ΗΡΑΚΛΗΣ

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

ΣΕΙΣΜΟΙ-ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ EARTHQUAKES-DISASTERS







ΙΑΠΩΝΙΑ 2011-JAPAN2011

ΤΟΥΡΚΙΑ1939-TURKEY






ΧΙΛΗ1939-HILI

ΑΘΗΝΑ1999-ATHINA1999


ΚΑΛΑΜΑΤΑ-KALAMATA
ΑΛΑΣΚΑ-ALASKA
ΑΡΜΕΝΙΑ-ARMENIA

ΣΑΝ-ΦΡΑΝΤΖΙΣΚΟ-SAN-FRANCISCO
Ο σεισμός είναι μια απότομη κίνηση ή δόνηση του στερεού φλοιού της Γης. Συνήθως προέρχεται από τη διάρρηξη γεωλογικών στρωμάτων και την απότομη μετατόπιση των δύο τμημάτων κάτω από την επιφάνεια της Γης. Τα ρήγματα συνδέονται άμεσα με τη δημιουργία των επιφανειακών σεισμών, γι' αυτό και χαρακτηρίζονται σεισμογόνα ρήγματα.
Ανάλογα με το εστιακό τους βάθος χωρίζονται σε επιφανειακούς (h < 60 km), σε ενδιάμεσου βάθους και σε μεγάλου βάθους (h > 300 km). Οι δύο τελευταίοι ονομάζονται και πλουτώνιοι.
Η κίνηση των λιθοσφαιρικών πλακών
Η λιθόσφαιρα χωρίζεται σε επτά πολύ μεγάλες πλάκες, αλλά υπάρχει κι ένα πλήθος άλλων μικρότερων. Π.χ. στην περιοχή του Αιγαίου υπάρχουν πολλές μικρές πλάκες. Οι πλάκες επιπλέουν στην πλαστική ασθενόσφαιρα.
Τριών ειδών κινήσεις μπορούν να συμβούν στα όρια μεταξύ πλακών
  • Δημιουργία (επέκταση) πλάκας. Σε μεσο-ωκεάνια ρήγματα απομακρύνονται κατά μερικά cm/year και σε περιοχές αποχώρησης λιωμένα πετρώματα αναδύονται και δημιουργούν νέο ωκεάνιο δάπεδο στις δύο πλευρές του ρήγματος. Στο όριο αυτό δημιουργίας μια μεσο-ωκεάνια ράχη (οροσειρά) την οποία αποτελεί το τελευταίο αναδυόμενο πέτρωμα. Καθώς ψύχεται το νέο πέτρωμα τα μαγνητικά του υλικά προσανατολίζονται ανάλογα με τον προσανατολισμό του μαγνητικού πεδίου την εποχή εκείνη. Καθώς το γεωμαγνητικό πεδίο αλλάζει φορά κάθε 1x106 έτη περιμένουμε να δούμε στρώματα (στην άκρη της ράχης) με εναλλασσόμενη μαγνήτιση.
  • Καταστροφή πλάκας (λόγω καταβύθισης μέρους της). Μία πλάκα γλιστρά κάτω από μία άλλη και λιώνει καθώς εισχωρεί στον μανδύα. Αυτή η περιοχή ονομάζεται ζώνη καταβύθισης και δημιουργεί μεσο-ωκεάνιες τάφρους. Όπου τα ελαφρότερα μέρη της καταβυθιζόμενης πλάκας λιώνουν αυτά ανέρχονται στην επιφάνεια και δημιουργούν ηφαίστεια. Όταν ηπειρωτικά τμήματα από αντίθετες πλάκες συμπιέζονται σε μία ζώνη καταβύθισης, επειδή είναι ελαφρότερα από το βυθιζόμενο υπόστρωμα, αναγκάζονται να καμφθούν και σχηματίζουν οροσειρές.
  • Κίνηση πλακών. Σε μερικά όρια οι γειτονικές πλάκες γλιστρούν μεταξύ τους χωρίς να συγκρούονται ή να αποχωρίζονται. Τα όρια αυτά όπου έχουμε μόνο οριζόντια κίνηση λέγονται ζώνες θραύσης (ή ρήγματα μετασχηματισμού). Εκεί οι σεισμοί είναι συχνό φαινόμενο λόγω της τριβής ανάμεσα στα όρια των πλακών. Εν γένει λοιπόν μία ιδανική πλάκα θα έχει μία πλευρά σε ζώνη καταβύθισης, την απέναντι σε ζώνη ανύψωσης και τις πλάγιες να γλιστρούν οριζόντια σε σχέση με τις γειτονικές.
Σεισμικά κύματα
Για να εκτιμηθούν τα αποτελέσματα των σεισμών πρέπει να καθοριστούν διάφορα στοιχεία, που χρησιμεύουν σαν βάση εκτιμήσεως. Πρώτο στοιχείο είναι η εστία του σεισμού, η υπόγεια θέση στην οποία γεννιέται ο σεισμός. Δεύτερο στοιχείο είναι το επίκεντρο του σεισμού , δηλ. η περιοχή της επιφάνειας της Γης που βρίσκεται κάθετα πάνω από την εστία. Έπειτα πρέπει να διακρίνουμε τα διάφορα σεισμικά κύματα, καθώς και τα αποτελέσματα των σεισμών (καταστροφές, πλημμύρες, πυρκαγιές, ανθρώπινα θύματα). Τα αποτελέσματα ποικίλλουν ανάλογα με τις συνθήκες (αντοχή υπεδάφους, κατασκευή σπιτιών, πυκνότητα πληθυσμού, τοπική ώρα, συνήθειες πληθυσμού.
διάγραμμα κυμάτων σεισμού
Όταν ένας σεισμός χτυπά ο πρώτος παλμός της ενέργειας, που έρχεται από το σημείο της εστίας, περιλαμβάνει τα πρωτεύοντα ή κύματα πίεσης (P - primary). Είναι διαμήκη κύματα και διατρέχουν όλη τη Γη ενώ φτάνουν πρώτα σε ένα σεισμολογικό σταθμό. Κινούνται βραχώδη εδάφη με 6, περίπου, km/s ενώ στο νερό με το ένα τρίτο αυτής της ταχύτητας. Όταν φθάσουν στην επιφάνεια της Γης μπορούν να κινηθούν και στον αέρα, σαν ηχητικά κύματα. Ανάλογα με τη συχνότητά τους μπορούν να ακουστούν από τον άνθρωπο ή μόνο από τα ζώα.
Τα επόμενα κύματα που φτάνουν σε ένα τόπο είναι τα δευτερεύοντα (S - secondary). Δεν διαδίδονται μέσω υγρών σωμάτων (π.χ. στη θάλασσα ή στον εξωτερικό πυρήνα της Γης). Είναι πιο αργά (κινούνται με περίπου 2 km/sec), αλλά πιο ισχυρά και καταστρεπτικά από τα διαμήκη και τα ακολουθούν στο σεισμόγραμμα.
Τα κύματα P ταξιδεύουν δύο φορές γρηγορότερα από τα δευτερεύοντα (S) κύματα και αυτά είναι που φέρνουν την ισχυρή καταστρεπτική μετακίνηση του εδάφους, χαρακτηριστική των μεγάλων σεισμών. Τα κύματα S χρησιμοποιούνται παραδοσιακά για να αξιολογήσουν το μέγεθος ενός σεισμικού γεγονότος, αλλά αυτές οι πληροφορίες σταχυολογούνται μόνο μετά από το σεισμό.
Τα δύο παραπάνω κύματα διέπονται από όλες τις αρχές διάδοσης των κυμάτων (ανάκλαση, διάθλαση, αρχή του Fermat και του Huygens).
διάγραμμα επιφανειακών κυμάτων σεισμού
Τέλος, όταν η ενέργεια ενός σεισμού φθάσει στην επιφάνεια της Γης, δημιουργούνται δύο άλλοι τύποι επιφανειακών σεισμικών κυμάτων που έπονται των άλλων δύο. Το όνομά τους προέρχεται από αυτόν που τα ανακάλυψε και δημιουργούνται όταν η εστία είναι σε μικρό βάθος.
Τα πρώτα είναι τα κύματα Love (τα ανακάλυψε ο H. Love θεωρητικά το 1911), που κατά τη διάδοσή τους τα υλικά σημεία του μέσου ταλαντώνονται οριζοντίως, καθέτως προς τη διεύθυνση διάδοσης του κύματος. Δημιουργούν δηλαδή μετακινήσεις πλευρικές της επιφανείας του εδάφους. Είναι μάλιστα γραμμικώς πολωμένα.
Και τα δεύτερα είναι τα κύματα Rayleigh (τα ανακάλυψε το 1887 ο Strutt Rayleigh), που κατά τη διάδοση τους τα υλικά σημεία του μέσου κινούνται σε ελλειπτικές τροχιές των οποίων οι μεγάλοι άξονες είναι κατακόρυφοι και οι μικροί παράλληλοι με τη διεύθυνση διάδοσης του κύματος. Διαδίδονται στα επιφανειακά στρώματα της Γης και για το λόγο αυτό δεν εμφανίζονται σχεδόν καθόλου σε σεισμούς με βαθύτερες εστίες.
Τα δύο τελευταία κύματα κινούνται πιο αργά από τα πρώτα (P και S) αλλά είναι πιο καταστρεπτικά, ιδιαίτερα τα κύματα Love. Ειδικά τα τελευταία είναι συχνά υπεύθυνα για την κατάρρευση των κτιρίων.
Οι σεισμοί καταγράφονται από ένα σεισμογραφικό δίκτυο. Κάθε σεισμικός σταθμός στο δίκτυο μετρά τη μετακίνηση του εδάφους στο τόπο εκείνο. Η ολίσθηση του βράχου πάνω από ένα άλλο σε ένα σεισμό απελευθερώνει ενέργεια που κάνει το έδαφος να δονείται. Αυτή η δόνηση ωθεί το πλαϊνό τμήμα του εδάφους και το αναγκάζει να δονηθεί. Έτσι συνεχίζεται να διαδίδεται η ενέργεια του σεισμικού κύματος.
Το πόσο καταστροφικός θα είναι ένας σεισμός έχει περισσότερο σχέση με την ένταση και λιγότερο με το μέγεθος. Έτσι εξαρτάται από διάφορες φυσικές αλλά και τεχνητές συνθήκες, μεταξύ των οποίων είναι και οι παρακάτω:
  • Το βάθος της σεισμικής εστίας. Όσο μικρότερο εστιακό βάθος τόσο μεγαλύτερη ένταση.
  • Η σεισμική επιτάχυνση. Αυτή είναι ανάλογη της έντασης ενός σεισμού και σαν μονάδα χρησιμοποιούμε την επιτάχυνση της βαρύτητας g. Χοντρικά, 1g είναι 10m/sec2. Το μέγεθός της επιτάχυνσης εξαρτάται από το έδαφος και για αυτό σε κάθε σεισμό έχουμε διαφορετικές επιταχύνσεις της εδαφικής κίνησης, ανάλογα με την περιοχή. Για παράδειγμα, στο σεισμό του 1999 της Πάρνηθας άλλες επιταχύνσεις είχαμε στη περιοχή της Αθήνας και μεγαλύτερες στην Πάρνηθα.
  • Η χρονική διάρκεια ενός σεισμού, όπως στο σεισμό του 1999. Γενικά, οι μεγαλύτεροι σεισμοί διαρκούν περισσότερο.
  • Το έδαφος θεμελίωσης. Στα αμμώδη (χαλαρά) εδάφη έχουμε μεγαλύτερες ζημιές στα κτίρια.
  • Οι επιπτώσεις ενός σεισμού σε μια πυκνοκατοικημένη περιοχή θα είναι δραματικά μεγαλύτερες από αυτές σε ένα αραιοκατοικημένο χωριό. Έτσι, για παράδειγμα, ο σεισμός της Ρόδου, το 1926, μεγέθους (υπολογίστηκε αργότερα) 8 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, είχε 12 νεκρούς και σχετικά λίγες υλικές ζημιές σε σύγκριση με το σεισμό 5.9 της κλίμακας Ρίχτερ, που έγινε στην Πάρνηθα το 1999 στο πυκνοκατοικημένο λεκανοπέδιο της Αθήνας. Δείτε και το άρθρο: Η αύξηση των αστικών πληθυσμών ανά τον κόσμο, απειλείται από καταστροφικούς σεισμούς
Οι κλίμακες των σεισμών
Υπάρχουν πολλές κλίμακες και διάφορα σεισμικά μεγέθη Μ. Έχουμε δε διαπιστώσει ότι κάθε κέντρο (σεισμολογικό ινστιτούτο) για τον ίδιο σεισμό ανακοινώνει διαφορετικό μέγεθος. Γιατί όμως ανακοινώνεται κάθε φορά διαφορετικό μέγεθος;
Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι να μετρηθούν οι διαφορετικές όψεις ενός σεισμού. Το μέγεθος Μ είναι το πιο κοινό μέτρο ενός σεισμού. Επειδή είναι μέτρο του μεγέθους της πηγής του σεισμού, είναι ο ίδιος αριθμός οπουδήποτε και να είμαστε, όπως και να τον αισθανθούμε. Η κλίμακα Richter μετρά τη μεγαλύτερη διαταραχή-κίνηση στην καταγραφή, αλλά υπάρχουν κι άλλες κλίμακες μεγέθους που μετρούν διαφορετικά μέρη του σεισμού.
Μια αύξηση του μεγέθους κατά ένα (για παράδειγμα, από 4.6 σε 5.6) αναπαριστά μια δεκαπλάσια αύξηση στο πλάτος του κύματος σε ένα σεισμογράφο ή περίπου μια αύξηση περίπου κατά 25 φορές της ελευθερούμενης ενέργειας. Με άλλα λόγια, ένας σεισμός μεγέθους 6.7 ελευθερώνει πάνω από 700 φορές (25 επί 25) την ενέργεια ενός σεισμού 4,7.
Τα μεγέθη που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση ενός σεισμού είναι τα παρακάτω:
  • ML Είναι το τοπικό μέγεθος (Magnitude Local: τοπικό μέγεθος που παρουσιάστηκε από τον Charle Richter το 1935). Η κλίμακα Richter είναι ένας μαθηματικός τύπος. Το μέγεθος ενός σεισμού καθορίζεται από το λογάριθμο του πλάτους των κυμάτων που καταγράφονται από τους σεισμογράφους σε μια ορισμένη περίοδο. Το ML είναι αξιόπιστο, όταν υπολογίζεται από σεισμογράφους που δεν απέχουν περισσότερο από 600 χιλιόμετρα από το επίκεντρο του σεισμού. Ισχύει μόνο για ορισμένη συχνότητα σεισμικών κυμάτων και για ορισμένη απόσταση από το επίκεντρο. Έτσι, για διαφορετικές αποστάσεις από το επίκεντρο του σεισμού οι σεισμολόγοι βασίζονται σε διαφορετικά σεισμικά κύματα για τους υπολογισμούς τους.
  • Ms Είναι το μέγεθος που λαμβάνεται από τη μέτρηση των κυμάτων επιφανείας. Να σημειώσουμε ότι το Ms είναι μεγαλύτερο από το ML. Για παράδειγμα, αν το μέγεθος ενός σεισμού μετρήθηκε σαν 5 βαθμοί της κλίμακας Ρίχτερ (ML), μπορεί να μετρηθεί και ως 5.5 Ms. Το Ms είναι αξιόπιστο για επιφανειακούς (< 50 km βάθος) σεισμούς και για μεγάλες αποστάσεις από το επίκεντρο. Χρησιμοποιείται στην Ελλάδα και προτάθηκε από τον Παπαζάχο. Η ενέργεια που εκλύεται δίνεται σε erg από τον τύπο : logE=12,24+ 1,40Ms.
  • MB Είναι μια επέκταση της κλίμακας Richter και έτσι εκμεταλλευόμαστε καλύτερα το δίκτυο των σεισμογράφων. Είναι το μέγεθος που λαμβάνεται από τη μέτρηση των πρωτευόντων P κυμάτων (Compressional Body Wave Magnitude). Είναι αξιόπιστο μέγεθος σεισμών με μεγαλύτερα εστιακά βάθη και για μεγάλες αποστάσεις από το επίκεντρο.
  • Mw Όλα τα προηγούμενα μεγέθη βγαίνουν από τύπους που περιέχουν ένα συγκεκριμένο πλάτος ταλάντωσης ενός σεισμικού κύματος σε κάποια χρονική στιγμή. Το Mw, το οποίο χρησιμοποιείται για τη μέτρηση μεγάλων σεισμών, υπολογίζεται από ένα πολύπλοκο τύπο και είναι πολύ αξιόπιστο.
  • Md Είναι η κλίμακα μεγέθους διάρκειας.
  • Mo Η κλίμακα μεγέθους σεισμικής ροπής, που θεωρείται η πιο ακριβής. Προτάθηκε το 1979 και δεν εξαρτάται από την περίοδο των σεισμικών κυμάτων αλλά στη μέτρηση της σεισμικής ροπής.
  • Me (Choy and Boatwright 1995), το οποίο εκφράζει το δυναμικό καταστροφικότητας ενός σεισμού και χρησιμοποιείται για την ποσοτικοποίηση εκλυόμενης σεισμικής ενέργειας μεγάλων συμβάντων.
Από τον τύπο logE=12,24+ 1,40Ms προκύπτει ότι για σεισμό 5 Richter η ενέργεια που ελευθερώνεται είναι 24.1019 erg ενώ από 6 Richter η ενέργεια είναι 64.1020 erg. Δηλαδή για μια αύξηση κατά 1 Richter εκλύεται ενέργεια περίπου 25 φορές περισσότερη. Σημειωτέον ότι η βόμβα που δοκιμάστηκε στα νησιά Μπικίνι ήταν 1019 erg.
Πόση ενέργεια απελευθερώνεται σε έναν σεισμό;
Οι σεισμοί αποδεσμεύουν ένα τεράστιο ποσό ενέργειας κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μπορούν να είναι τόσο καταστρεπτικοί.
Ο πίνακας παρουσιάζει τα μεγέθη με το κατά προσέγγιση ποσό της ποσότητας TNT που απαιτείται για να αποδεσμεύσει το ίδιο ποσό ενέργειας.
Μέγεθος
Κατά προσέγγιση ισοδύναμη ενέργεια TNT
4.0
1010 τόνοι
5.0
31800 τόνοι
6.0
1.010.000 τόνοι
7.0
31.800.000 τόνοι
8.0
1.010.000.000 τόνοι
9.0
31.800.000.000 τόνοι
Τα μεγέθη ταξινομούνται ως εξής:
Μεγάλος: M > =8
Σημαντικός: 7 < =M < 7.9
Ισχυρός: 6 < = M < 6.9
Μέτριος: 5 < =M < 5.9
Ασθενής: 4 < =M < 4.9
Ασήμαντος: 3 < =M < 3.9
Μικρός: M < 3
Ανάλογα με τη γεωλογία της περιοχής γίνονται διορθώσεις στα διάφορα μεγέθη. Επίσης επιλέγεται εκείνο το μέγεθος που εκφράζει με τη μεγαλύτερη ακρίβεια το σεισμικό συμβάν. Για παράδειγμα, εάν μια σεισμική εστία βρίσκεται σε μεγάλο βάθος, τότε δεν παράγονται επιφανειακά κύματα, όπως γίνεται στους πιο αβαθείς σεισμούς, και δεν θα υπολογιστεί -ή καλύτερα δεν θα ανακοινωθεί- το μέγεθος Ms, αλλά το ML ή το MB. Αν το επίκεντρο είναι μακριά (αρκετές εκατοντάδες χιλιόμετρα), τότε πιο αξιόπιστο μέγεθος είναι το MB.
Αν όμως ο σεισμός είναι αρκετά μεγάλος, το μέγεθός του θα το αποδώσει το στιγμιαίο μέγεθος Mw, γιατί ενώ οι μεγάλοι σεισμοί έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από τους μικρότερους, το MB προσδιορίζεται από το πλάτος των P κυμάτων στα πρώτα 5 δευτερόλεπτα της δόνησης. Έτσι το MB, δεν θα αποδώσει με ακρίβεια το πραγματικό μέγεθος μεγάλων σεισμών, οι οποίοι, συνήθως, διαρκούν περισσότερο και δίνουν το πραγματικό μέγεθός τους μετά την πάροδο μερικών δευτερολέπτων.
Η κλίμακα Mercalli
Η ένταση από την άλλη είναι ένα μέτρο της αναταραχής και των ζημιών που προκαλούνται από το σεισμό, και αυτή η τιμή φυσικά αλλάζει από θέση σε θέση. Εξαρτάται όχι μόνο από το μέγεθος του σεισμού αλλά επίσης από την απόσταση από το επίκεντρο του σεισμού αλλά και τη γεωλογική μορφή του τόπου.
Οι κλίμακες έντασης, όπως είναι η τροποποιημένη κλίμακα Mercalli και η κλίμακα Rossi-Forel, μετρούν το ποσό της σεισμικής αναταραχής σε μια ιδιαίτερη θέση. Έτσι η ένταση ενός σεισμού θα μεταβάλλεται ανάλογα με το τόπο που είμαστε. Μερικές φορές οι σεισμοί αναφέρονται από τη μέγιστη ένταση που παράγουν. Οι κλίμακες μεγέθους, όπως είναι το μέγεθος Richter μετρούν το μέγεθος του σεισμού στην πηγή της. Έτσι δεν εξαρτώνται από εκεί που γίνεται η μέτρηση.
Στη σεισμολογία οι βλάβες που οφείλονται στους σεισμούς μετρώνται με τη σεισμική ένταση, η οποία είναι ένα μέτρο της αισθητότητας και των αποτελεσμάτων του σεισμού και συνδέεται με το μέγεθος με διάφορες εμπειρικές σχέσεις. Η μέτρηση της έντασης γίνεται με τη δωδεκάβαθμη κλίμακα Mercalli, της οποίας οι διαβαθμίσεις στηρίζονται στην εκτίμηση των μακροσεισμικών αποτελεσμάτων ενός σεισμού.
Αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι κάθε μέγεθος είναι έγκυρο για συγκεκριμένη συχνότητα και τύπο σεισμικού σήματος. Όλες αυτές οι σεισμικές κλίμακες, όταν υπολογίζονται μέσα στα όρια της εγκυρότητάς τους, είναι ισοδύναμες με την κλίμακα Ρίχτερ.
Παλιότερα (τριάντα χρόνια πριν) μπορούσε να υπάρχει απόκλιση, αυτού που είχε ανακοινωθεί από το πραγματικό μέγεθος ενός σεισμού, μέχρι 0,4%. Σήμερα, η απόκλιση είναι ακόμα μικρότερη και συνεπώς δεν θα πρέπει ανησυχούμε για το αν αποδίδεται κάθε φορά το σωστό μέγεθος. Οι μικρές διαφορές που παρατηρούνται στις ανακοινώσεις, οφείλονται στη γεωλογική ιδιομορφία της κάθε περιοχής.
Όταν εμφανίζεται ένας σεισμός, οι πρώτες πληροφορίες που υποβάλλονται σε επεξεργασία και αναμεταδίδονται είναι συνήθως βασισμένες σε ένα υποσύνολο των σεισμικών σταθμών του σεισμικού δικτύου, ειδικά στην περίπτωση ενός μεγάλου σεισμού. Αυτό γίνεται έτσι ώστε κάποιες πληροφορίες να μπορούν να ληφθούν αμέσως χωρίς να αναμένονται οι πληροφορίες όλων των σταθμών του δικτύου, κάτι που γίνεται αργότερα. Κατά συνέπεια, το πρώτο μέγεθος που ανακοινώνεται είναι συνήθως βασισμένο σε έναν μικρό αριθμό καταγραφών από το δίκτυο των σεισμογράφων. Αργότερα που έρχονται πρόσθετα στοιχεία γίνεται νέα επεξεργασία και αλλάζει το μέγεθος και το κέντρο με περισσότερη ακρίβεια.
Μερικές φορές το μέγεθος σεισμού αναφέρεται από διαφορετικά δίκτυα βασισμένα μόνο στις καταγραφές τους. Σε εκείνη την περίπτωση, τα διαφορετικά μεγέθη που ανακοινώνονται είναι αποτέλεσμα των μικρών διαφορών στα όργανα και των θέσεων τους όσον αφορά το επίκεντρο του σεισμού. Μάλιστα μετά από μερικές μέρες οι σεισμολόγοι συνήθως συμφωνούν σε ένα νούμερο για το μέγεθος.
Συχνά, αναφέρονται για έναν σεισμό διάφορα, ελαφρώς διαφορετικά, μεγέθη. Αυτό συμβαίνει επειδή η σχέση μεταξύ των σεισμικών μετρήσεων και του μεγέθους είναι σύνθετη και διαφορετικές διαδικασίες θα δώσουν συχνά ελαφρώς διαφορετικά μεγέθη για τον ίδιο σεισμό.
Έτσι ένα συχνό λάθος που γίνεται, κατά την ανακοίνωση του μεγέθους ενός σεισμού στα ΜΜΕ, είναι ότι ανάγουν όλα τα σεισμικά μεγέθη σε αυτήν την κλίμακα: "Ο σεισμός ήταν μεγέθους 7 βαθμών της κλίμακας Richter''. Και αμέσως μετά ακολουθεί ανακοίνωση από άλλο σεισμολογικό κέντρο με διαφορετικό μέγεθος του σεισμού. Αλλά όπως είπαμε το σωστό μέγεθος του σεισμού βγαίνει αργότερα και τα μεγέθη που ανακοινώνονται μπορεί να έχουν μικρές αποκλίσεις.
Αναφορές: Από την Αμερικανική ιστοσελίδα http://earthquake.usgs.gov, την Εκπαιδευτική εγκυκλοπαίδεια, από μια διάλεξη στη Σεισμολογία (Ν. Φλυτζάνη) και άρθρο του Θ. Κανέλλη για τους σεισμούς. ΠΗΓΗ:http://www.physics4u.gr


Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑΣ-ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΥΡΗΝΙΚΟΥ ΟΛΕΘΡΟΥ-ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΝΑΓΚΑΣΑΚΙ-ΧΙΡΟΣΙΜΑ ΑΡΘΡΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΓΕΡΑΝΙΟ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΠΥΡΗΝΙΚΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ

Το παρακατω κειμενο είναι κομμάτι ενός άρθρου του κ. ΘΑΝΑΣΗ Κ. ΓΕΡΑΝΙΟΥ στην Ελευθεροτυπια στις 3/4/08. Ο κυριος Γερανίου είναι Αναπληρωτής καθηγητής του Τομέα Πυρηνικής Φυσικής και Στοιχειωδών Σωματιδίων του Πανεπιστημίου της Αθήνας.
Το αναδημοσιευω για να δείξω και τη γνώμη ενός ειδικου στο αντικειμενο
Ας δούμε, όμως, ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά που καθιστούν επικίνδυνη αλλά και οικονομικά ασύμφορη μια τέτοια επένδυση.
1. Σε κατάσταση ομαλής λειτουργίας, οι πυρηνικοί αντιδραστήρες εκπέμπουν ραδιενεργά αέρια που διαφεύγουν στην ατμόσφαιρα. Επίσημες καταγγελίες γερμανικών μη κυβερνητικών οργανώσεων έχουν διαπιστώσει επίπεδα ραδιενέργειας της ατμόσφαιρας κοντά σε πυρηνικούς αντιδραστήρες που ξεπερνούν τα καθορισμένα ανώτατα όρια (που και αυτά είναι πλασματικά και αμφισβητούνται και από τους ειδικούς).
2. Σε περίπτωση ατυχήματος, όπως εμπειρικά πια γνωρίζουμε, οι επιπτώσεις θα είναι ανυπολόγιστες και σε έκταση και σε διάρκεια. Οι επιπτώσεις από τη ραδιενέργεια αργούν μερικές δεκαετίες να φανούν.
3. Είναι λάθος να εκτιμά κανείς τον πυρηνικό κίνδυνο μόνο από τη λειτουργία του πυρηνικού του αντιδραστήρα. Ο πυρηνικός αντιδραστήρας είναι μόνον ένα κομμάτι της όλης εγκατάστασης.
4. Η λειτουργία του απαιτεί και έναν αριθμό πρόσθετων πυρηνικών μονάδων. Για παράδειγμα, η μονάδα εξόρυξης ουρανίου, η μονάδα καθαρισμού του ορυκτού και σύνθεσής του σε οξείδια του ουρανίου, η μονάδα εμπλουτισμού του, η μονάδα κατασκευής ράβδων καυσίμου, η μονάδα επεξεργασίας του καμένου πυρηνικού καυσίμου και η μονάδα προσωρινής φύλαξής του. Αυτές οι μονάδες ενέχουν επί πλέον κινδύνους που θα πρέπει να προστεθούν σε αυτούς των πυρηνικών αντιδραστήρων (Tokaimura της Ιαπωνίας, παράδειγμα ατυχήματος σε μονάδα επεξεργασίας πυρηνικού καυσίμου).
5. Το μεγαλύτερο και άλυτο πρόβλημα της πυρηνικής ενέργειας είναι η συσσώρευση των πυρηνικών αποβλήτων των αντιδραστήρων. Η ραδιενέργεια των χιλιάδων τόνων αυτού του πυρηνικού αποβλήτου είναι άκρως επικίνδυνη, έχει μεγάλη διάρκεια ζωής και η διαχείρισή του είναι άκρως δαπανηρή, σε σημείο που χώρες όπως η Βουλγαρία, μη διαθέτοντας τους αναγκαίους πόρους, να το συσσωρεύουν στις δεξαμενές αποβλήτων των πυρηνικών τους σταθμών σε σημείο κινδύνου διαρροής. Πρακτικά, σήμερα περισσότερο στοιχίζει η σωστή διαχείριση ενός κιλού πυρηνικού αποβλήτου απ' ό,τι η αγορά ενός κιλού φρέσκου καυσίμου ουρανίου. Το γεγονός του μεγάλου κόστους διαχείρισης έδωσε αφορμή για παράνομους τρόπους αντιμετώπισής του, όπως η καταβύθισή του σε θάλασσες με περίεργα ναυάγια (Μεσόγειος) ή η εναπόθεσή του σε χώρους χωρίς τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας.
Οι πυρηνικοί αντιδραστήρες γηράσκουν επικίνδυνα
6. Ενα σοβαρότατο και μακροπρόθεσμο πρόβλημα που δεν έχουμε ακόμη «ζήσει» τις συνέπειές του, είναι το γεγονός ότι κάθε πυρηνικός αντιδραστήρας έχει περιορισμένο χρόνο λειτουργίας τα 30 χρόνια. Μετά απ' αυτό το διάστημα, αντικειμενικά απαγορεύεται να λειτουργεί λόγω υπερβολικής ραδιενεργού ακτινοβολίας που ουσιαστικά τον μετατρέπει σε πυρηνικό απόβλητο. Επιβάλλεται να σταματήσει, να διαλυθεί και να γίνει πυρηνικό απόβλητο. Ήδη, πολλές δεκάδες σταθμοί έχουν κλείσει λόγω γήρατος και μελετάται η διάλυσή τους. Είναι πλέον πυρηνικά απόβλητα. Το κόστος διάλυσης ανά 1.000 μεγαβάτ ισχύος εκτιμάται σε 300 εκατομμύρια έως 2 δισ. δολάρια. Σήμερα, από τους περίπου 430 πυρηνικούς αντιδραστήρες οι μισοί θα φτάσουν στο γήρας τους σε 5-6 χρόνια και το πρόβλημα της διάλυσής τους θα διογκωθεί ακόμη περισσότερο λόγω αδυναμίας αποτελεσματικής λύσης.
7. Η λειτουργία ενός αντιδραστήρα προϋποθέτει μονάδα εμπλουτισμού. Αυτή παράγει σαν παραπροϊόν το γνωστό από τους πολέμους σε Ιράκ, Αφγανιστάν και Γιουγκοσλαβία, απεμπλουτισμένο ουράνιο, πρώτη ύλη κατασκευής ραδιενεργών όπλων. Μια άλλη, στρατιωτικού ενδιαφέροντος μονάδα, είναι η μονάδα επεξεργασίας του καμένου πυρηνικού καυσίμου, από το οποίο ανακτάται ποσότητα πλουτωνίου που έχει παραχθεί μέσα στον αντιδραστήρα κατά τη λειτουργία του. Και όπως είναι γνωστό, το πλουτώνιο αυτό με ειδική επεξεργασία μπορεί να αποτελέσει την πρώτη πυρηνική ύλη κατασκευής πυρηνικού όπλου.
Μύθος ότι οι πυρηνικοί αντιδραστήρες δεν συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου
8. Την ενέργεια που παράγουν οι πυρηνικοί αντιδραστήρες οι υποστηρικτές τους τη θεωρούν «καθαρή». Πίσω από το αόρατο της ραδιενέργειας αποκρύπτουν από την κοινωνία όλους τους κινδύνους. Η ραδιενέργεια δεν είναι αισθητή με κανένα ανθρώπινο όργανο. Και όταν γίνει αισθητή από κάποια επίπτωση στην υγεία, τότε είναι πλέον αργά. Παρ' ότι στο θέμα των χημικών ρύπων ο πυρηνικός αντιδραστήρας είναι σχεδόν αμέτοχος, στο φαινόμενο του θερμοκηπίου και στη θερμική μόλυνση της ατμόσφαιρας συμμετέχει και μάλιστα σημαντικά. Διότι, από τη συνολική παραγόμενη ισχύ του αντιδραστήρα, ένα μέρος μετατρέπεται σε ηλεκτρικό ρεύμα και δύο σε θερμότητα, που εκλύεται στο περιβάλλον. Αρα, η σχέση προσφερόμενης ενέργειας και θερμικής μόλυνσης του περιβάλλοντος είναι δυσανάλογα επιβαρυντική. Επίσης, όλες οι βοηθητικές μονάδες που απαιτούνται για τη λειτουργία του αντιδραστήρα επιβαρύνουν και αυτές θερμικά την ατμόσφαιρα.
9. Δεν πρέπει να λησμονούμε την επικινδυνότητα σαν στόχο τρομοκρατικών ενεργειών μιας πυρηνικής μονάδας με τόσο μεγάλη συγκέντρωση ενέργειας και ραδιενέργειας. Στο παρελθόν, είχαμε αρκετές περιπτώσεις αεροπειρατείας με εκβιασμούς που στηρίζονταν στην πτώση του αεροσκάφους πάνω σε πυρηνικούς σταθμούς. Ισως μια όμοια περίπτωση να ήταν και η πτώση του τέταρτου αεροσκάφους στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ κοντά στο πυρηνικό εργοστάσιο της πόλης Three Mile Island, η οποία καλύπτεται με μυστήριο ως προς τα γεγονότα.
10. Το επιχείρημα των υποστηρικτών της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας για το «μοντέλο» της Γαλλίας, η οποία στηρίζεται πάνω από 80% στην πυρηνική κιλοβατώρα, σαν παράδειγμα ασφαλούς χρήσης της κάθε άλλο παρά θετικό είναι αν μελετηθεί αντικειμενικά. Από το 1967 έχουν γίνει 20 μικρά ή μεγάλα πυρηνικά ατυχήματα που και θανατηφόρα ήταν και ραδιενεργές μολύνσεις έδωσαν. Σε εγκαταλειμμένο αντιδραστήρα στη Ν. Γαλλία (Rapsodie), σημειώθηκε έκρηξη στη δεξαμενή αποβλήτων του σταθμού, με αποτέλεσμα το θάνατο ενός και τον τραυματισμό τεσσάρων τεχνικών. Το ατύχημα αυτό έγινε στη διαδικασία αποσυναρμολόγησης του παλαιού αυτού σταθμού μεταξύ άλλων, που σταμάτησε τη λειτουργία του το 1981. Ακολούθησαν και άλλα ατυχήματα στους πυρηνικούς σταθμούς St. Laurent des Eaux, Cattenom, Fessenheim, Dampierre, Blayais κ.α. Εξι άλλοι γαλλικοί αντιδραστήρες έχουν βάλει λουκέτο σε τρεις αντίστοιχα πόλεις, Chinon, Marcoule και Monts d' Arree, και περιμένουν σαν πυρηνικά απόβλητα μια μη διαφαινόμενη λύση.
Ο πολυδιαφημιζόμενος γαλλικός αντιδραστήρας Superphenix έκλεισε το 1990 λόγω επικινδυνότητας πριν καλά καλά προλάβει να λειτουργήσει.
Και ας μη διαφεύγει την προσοχή μας ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία η Γαλλία, αναγκασμένη να σφραγίσει τους παλαιούς ακτινοβολούντες πυρηνικούς αντιδραστήρες, θα γίνει ένα νέο πυρηνικό «μοντέλο» πυρηνικών αποβλήτων αυτή τη φορά.
11.Τέλος, είναι επιστημονικό λάθος η σύγκριση πυρηνικών με συμβατικούς κινδύνους. Οι υποστηρικτές της πυρηνικής ενέργειας αναφέρονται στη στεγνή γλώσσα της στατιστικής για μεγαλύτερη πιθανότητα να συμβεί ένα θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα από το να συμβεί ένα πυρηνικό. Ομως, σε ένα θανατηφόρο συμβατικό ατύχημα το αποτέλεσμα είναι συγκεκριμένοι θάνατοι με συγκεκριμένη έκταση, διάρκεια και αποτέλεσμα της καταστροφής. Ο κύκλος του κλείνει αμέσως. Αντίθετα, σ' ένα πυρηνικό ατύχημα οι επιπτώσεις είναι ανυπολόγιστες. Θα απαιτηθούν αιώνες και πολλές γενεές, ώστε να συνυπολογιστούν τα αρνητικά αποτελέσματα και η έκταση και διάρκεια της πολλαπλής καταστροφής σε ανθρώπους, περιβάλλον, χλωρίδα, πανίδα με επιπτώσεις πλέον βαθιά κοινωνικές. Ο κύκλος του μόλις έχει ανοίξει.
Υπάρχουν λύσεις
Παραδείγματα αποδέσμευσης από την πυρηνική ενέργεια αποτελεί η Ιταλία, η οποία ύστερα από δημοψήφισμα έκλεισε όλα τα πυρηνικά της εργοστάσια πριν φτάσουν στην ηλικία γήρατος. Επιπλέον, διέκοψε την κατασκευή νέων αντιδραστήρων και ματαίωσε τα σχέδια μελλοντικών.
Η Ισπανία έχει αυξήσει κατά 225% τη χρήση του φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή και προγραμματίζει κάθε αντιδραστήρα που φτάνει στο όριο διάλυσης να αντικαθίσταται από συμβατικό φυσικό αέριο.
Η χώρα μας, κατ' εξοχήν χώρα με μεγάλη ηλιοφάνεια και ισχυρούς ανέμους και με πάρα πολλά νησιά, είναι μια ιδανική περίπτωση υιοθέτησης των ήπιων μορφών ενέργειας.
Είναι γεγονός ότι σήμερα τρίτες χώρες επιζητούν την εγκατάσταση πυρηνικών εργοστασίων για απόκτηση ισχύος στη διεθνή πολιτική σκηνή που τους παρέχει τη δυνατότητα κατασκευής ενός πυρηνικού όπλου. Το Σύμφωνο Μη Πυρηνικής Ανάπτυξης (μεταξύ άλλων απαγορεύει τη χρήση των πυρηνικών εργοστασίων και των προϊόντων τους για στρατιωτικούς σκοπούς) που έχουν υπογράψει, δεν αποτελεί δικλίδα ασφαλείας, γιατί είναι σκόπιμα ελαστικό με τα «παράθυρα» που αφήνει. Γιατί, το άρθρο 10 του Συμφώνου αυτού δίνει τη δυνατότητα σε κάθε χώρα-μέλος να αποσύρει την υπογραφή του, αν συντρέχουν λόγοι «εθνικής ανάγκης», αρκεί να το γνωστοποιήσει στα υπόλοιπα μέλη 3 μήνες πριν. Και τότε, παύει ο έλεγχος των πυρηνικών εγκαταστάσεων από τη Διεθνή Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας που έδωσε την άδεια λειτουργίας. Από το σταθμό αυτόν μπορεί ελεύθερα χωρίς έλεγχο πλέον να ανακτηθεί το πλουτώνιο που έχει παραχθεί, για χρήση στρατιωτικών σκοπών.
Δεν χάνει η επιστήμη από την κατάργηση των πυρηνικών αντιδραστήρων
Οι πυρηνικοί αντιδραστήρες έχουν πια ξεπεραστεί. Ηταν μια τεχνολογία που ολοκληρώθηκε πριν από πολλά χρόνια. Τώρα είναι καθαρά εμπορικό προϊόν. Η επιστήμη δεν έχει να μάθει ούτε να προσφέρει πια στην τεχνολογία της σχάσης. Η κατάργηση των αντιδραστήρων δεν συνεπάγεται κανένα επιστημονικό κόστος. Το μέγιστο της ωφέλειας που μπορεί να έχει μια κοινωνία από τη ραδιενέργεια, βρίσκεται στη διαγνωστική και θεραπευτική ιατρική, στην εγκληματολογία, στη συντήρηση έργων τέχνης, στη γεωργία, στη βιομηχανία, στον προσδιορισμό της ηλικίας αρχαίων ευρημάτων και στις «φωτογραφήσεις» τειχών με νετρόνια χωρίς την καταστροφή ούτε ενός μορίου ύλης.
Οι κοινωνίες πρέπει να ενημερωθούν αντικειμενικά. Πρέπει να ξεχωρίσουν τον επιστήμονα από τον τεχνοκράτη που έχουν εκ διαμέτρου αντίθετους σκοπούς και στόχους.
Οι επιστημονικές έρευνες πρέπει να έχουν μοναδικό στόχο τη βελτίωση της διαβίωσης της ανθρωπότητας και όχι τον πλουτισμό πολυεθνικών, τη στήριξη ηγετών, ούτε και τη δημιουργία γεωπολιτικών καταστάσεων μέσω της τεχνολογικής εφαρμογής τους.
www,e-write,gr


Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ -SANTORINI

Νησί στις Νότιες Κυκλάδες,με 11000 περίπου κόσμο, και πρωτεύουσα την Θήρα.Άνυδρο ξηρό νησί με πολύ λίγη βλάστηση.Παρά ταύτα,προσφέρεται για καλλιέργιες.Καλά αμπέλια,καλό κρασί,ντομάτα εύγευστη,και φημισμένη φάβα Σαντορίνης.Έχει επίσης πολύ καλό τυρί.Πηγή ανάσας, και πλούτου ο τουρισμός.Κατά το τέλος της τριτογενούς περιόδου,μέσα από κάποια ασβεστολιθικά ρήγματα,ξεκινούν οι ηφαιστιακές εκρήξεις.Μετά από συνεχείς εκρήξεις,το νησί παίρνει την τελική του μορφή,τον 16ο αιώνα πΧ.οπότε και η καταστροφή των Μινωικών ανακτόρων,η ερήμωση της Κρήτης.Τα παλιρροιακά κύματα φθάνουν μέχρι Παλαιστίνη και Αίγυπτο,σαρώνοντας στο πέρασμα τους τα πάντα.Ακολουθούν εκρήξεις μέχρι και το 1950,όπου μεταβάλλουν τον ήδη υπάρχοντα ηφαιστειακό όγκο.Το ηφαίστειο θεωρείται ενεργό,γιατί μέχρι και σήμερα υπάρχει δραστηριότητα ήπιας μορφής


Ο καθηγητής Σπύρος Μαρινάτος από το 1939 (περιοδικό «Antiquity») ήταν ο πρώτος που απέδωσε την καταστροφή των μινωικών ανακτόρων και γενικότερα την πρωτοφανή ερήμωση της Κρήτης σ’ αυτήν την καταστροφική έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης και όχι στην εισβολή των Αχαιών, όπως υπέθεταν οι ερευνητές του 19ου αιώνα. Ο Μαρινάτος και πολλοί ειδικοί επιστήμονες (Γαλανόπουλος, Μαρίνος κ.ά.) υπολόγισαν ότι τα παλιρροϊκά κύματα που ξεκίνησαν από τη Σαντορίνη, ύψους 200-250 μέτρων, σάρωσαν τεράστιες εκτάσεις μέχρι τη μακρινή Παλαιστίνη και την Αίγυπτο (που βρίσκονται σε απόσταση 900 χλμ.), στο έδαφος των οποίων έχει εντοπιστεί ηφαιστειακή τέφρα και διαπιστώθηκε ότι το ύψος των κυμάτων έφτασε τα 9 μ. Η «άνευ προηγουμένου» θεομηνία, κατά το Μαρινάτο, οδήγησε μερικούς ξένους και Έλληνες μελετητές να τη συνδέσουν με το γνωστό μύθο για την Ατλαντίδα, που αναφέρει ο Πλάτωνας στον «Τίμαιο» (24d-25d).

Σε κάθε περίπτωση, η Στρογγύλη καταβυθίστηκε για δεύτερη φορά, για να παραμείνουν από τον περιφερειακό δακτύλιό της η Θήρα, η Θηρασία και το Ασπρονήσι. Μια νέα όμως έκρηξη, που τοποθετείται στο 197 π.Χ., είχε ως αποτέλεσμα την ανάδυση στο χώρο της Καλδέρας ενός νέου νησιού, της Παλιάς Καμένης, ενώ νεότερες εκρήξεις, από το 1570 ως το 1950, δημιούργησαν τον ηφαιστειακό όγκο της Νέας Καμένης. Αρκετοί επιστήμονες, όπως ο Αμερικανός γεωλόγος Μακ Κόι θεωρούν ότι η Παλιά και η Νέα Καμένη θα μεγαλώνουν σε όγκο γιατί στα νησιά αυτά θα προστίθεται ηφαιστειακό υλικό, που συγκεντρώνεται από ηφαιστειακές διεργασίες. Οι ηφαιστειακές αυτές δραστηριότητες, αν και είναι ήπιες, καθιστούν το ηφαίστειο της Σαντορίνης ενεργό, πράγμα που ενισχύεται από τους κατά διαστήματα ισχυρούς σεισμούς που σημειώνονται στην περιοχή (ο τελευταίος, με αρκετά θύματα, έγινε στις 9 Ιουλίου 1956).

Το 1975 ο διάσημος Γάλλος εξερευνητής Ζακ Ιβ Κουστό ανέλαβε την εξερεύνηση του θαλάσσιου βυθού στα ανοιχτά της Σαντορίνης για τη συγκέντρωση στοιχείων σχετικά με τα βυθισμένα τμήματα του νησιού και τα πολιτιστικά στοιχεία των οικισμών που καταποντίστηκαν.

Ιστορία. Με τη μυθολογική ίδρυση της Θήρας ασχολούνται ο Απολλόδωρος («Αργοναυτικά») και ο Πίνδαρος («Δ' Πυθιονίκης»), συνδέοντάς τη με την Αργοναυτική εκστρατεία. Σύμφωνα με τον πρώτο, ο αργοναύτης Εύφημος, που ήταν γιος του Ποσειδώνα, καθώς οι σύντροφοί του και ο ίδιος γύριζαν από τη Λιβύη, όπου είχαν φιλοξενηθεί από το βασιλιά της Ευρύπυλο, άφησε από αβλεψία να του πέσει καταμεσής στο πέλαγος ένας σβόλος χώμα, δώρο πολύτιμο του Ευρύπυλου. Αμέσως από τα κύματα ξεπετάχτηκε το νησί Καλλίστη, που αργότερα ονομάστηκε Θήρα.

Ο αποικισμός της Θήρας από Σπαρτιάτες και Μινύες της Λακωνικής (οικιστής ο Θήρας, απ' όπου και το όνομα του νησιού) πρέπει να έγινε στο πρώτο μισό του 8ου αι. π.Χ. αι. Ωστόσο, έναν αιώνα περίπου αργότερα, οι Θηραίοι, εξαναγκασμένοι από μια πρωτοφανή έλλειψη σταριού εξαιτίας της ξηρασίας, έστειλαν αποίκους στη Λιβύη, όπου ίδρυσαν την Κυρήνη (Ηρόδοτος, IV, 151 κ.εξ.). Το γεγονός ότι οι Θηραίοι που θα αποίκιζαν την Κυρήνη ήταν πολύ λίγοι και σχεδόν εκδιώχτηκαν από την πατρίδα τους, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι την εποχή αυτή οι σχέσεις ανάμεσα στους Δωριείς και στους Μινύες κατοίκους του νησιού δεν ήταν καλές. Έτσι, το 631 π.Χ., κάποιος Θηραίος ευγενής, ο Αριστοτέλης ή Βάττος, ανέλαβε, σύμφωνα με το δελφικό χρησμό, την αρχηγία των οικιστών, που επιβιβάστηκαν σε δύο πεντηκόντορα πλοία και έφτασαν στη Λιβύη, όπου κι έκτισαν την Κυρήνη.

Στους περσικούς πολέμους η Θήρα δεν πήρε μέρος, ενώ αργότερα οι Αθηναίοι τούς επέβαλαν πρόστιμο. Στα πρώτα χρόνια του πελοποννησιακού πολέμου οι Θηραίοι ήταν σύμμαχοι των Σπαρτιατών, ενώ μετά το τέλος του απόκτησαν την ανεξαρτησία τους. Μετά το Χρεμωνίδειο πόλεμο (266-263 π.Χ.) η Θήρα έγινε σημαντική ναυτική βάση των Πτολεμαίων της Αιγύπτου, ενώ στα ρωμαϊκά χρόνια υπαγόταν στην επαρχία της Ασίας. Στα παλαιοχριστιανικά χρόνια στο νησί άκμαζε μια ανθηρή χριστιανική κοινότητα (στη σύνοδο της Νίκαιας, το 325, συμμετέχει και επίσκοπός της).

Στα χρόνια της φραγκοκρατίας και συγκεκριμένα στο 12ο αιώνα, αρχίζει να συναντάται, σποραδικά στην αρχή, το νέο όνομα του νησιού Σαντορίνη. Το όνομα προέρχεται από την ιταλική ονομασία της προστάτιδας του νησιού Αγίας Ειρήνης, δηλαδή Σάντα Ιρένε και με σύντμηση Σαντ’ Ιρένε. Ο πρώτος που χρησιμοποίησε το όνομα ήταν ο Άραβας γεωγράφος Αλ Ιντρίσι. Το νησί ανήκε στους Βενετούς κατά το μεγαλύτερο διάστημα, εκτός από μια περίοδο που κυβερνήτης της ήταν ο Τζιάκομο Μπαρότσι και οι απόγονοί του.

Στη διάρκεια του 15ου αι. το νησί ερημώθηκε από τις επιδρομές των πειρατών του Αιγαίου. Το 1470 οι κάτοικοί του ήταν μόλις 400. Το 1579 κυριεύτηκε από τους Τούρκους, και το 17ο αι. γνώρισε πρωτοφανή εμπορική και οικονομική ακμή, που στηριζόταν στα κρασιά και τα υφάσματά της. Για τη ζωή του νησιού στα μέσα του 17ου αι. μάς πληροφορεί ο Γάλλος Ιησουίτης Ρισάρ, που έμεινε κατάπληκτος από το υψηλό θρησκευτικό φρόνημα των κατοίκων της Σαντορίνης. Μετά την έκρηξη, ωστόσο, της Επανάστασης του 1821 οι ορθόδοξοι κάτοικοι του νησιού αναγκάζονται να υποκύψουν στην τουρκόφιλη πολιτική των λατινόφρονων προυχόντων του. Έτσι, η συμβολή της Σαντορίνης στον Αγώνα ήταν ασήμαντη και περιπτωσιακή.

Αρχαιολογία. Το νησί φαίνεται ότι κατοικήθηκε την 4η χιλιετία π.Χ. (Πρωτοκυκλαδική Εποχή). Όταν έγινε η μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου, ανάμεσα στα 1520-1500 π.Χ., οι 30.000 περίπου κάτοικοί του ευημερούσαν. Το πρόβλημα των αρχαιολόγων, που ενδιαφέρονται για τον πολιτισμό του νησιού πριν από την τρομακτική έκρηξη, είναι το παχύτατο στρώμα της τέφρας (ως και 60 μ.) που καλύπτει το φυσικό του έδαφος. Ωστόσο οι πρώτες έρευνες με αυτόν το στόχο χρονολογούνται από το 1866 (στη Θηρασία μια ομάδα ιδιωτών, αργότερα ο Γάλλος ηφαιστειολόγος Φ. Φουκέ, στο Ακρωτήρι ο Ρ. Ζαν).

Οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές της μινωικής Θήρας άρχισαν το 1967 με διευθυντή το Σπύρο Μαρινάτο και μετά το θάνατό του (1974) συνεχίστηκαν υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Χρήστου Ντούμα. Έτσι, στη θέση Ακρωτήρι, στα νότια του νησιού, έχει έρθει στο φως μια ολόκληρη συνοικία κάποιας πλούσιας μινωικής πόλης με διώροφα και τριώροφα σπίτια, λιθόστρωτους δρόμους, εργαστήρια, αποθήκες. Σκελετοί ανθρώπων δε βρέθηκαν. Φαίνεται πως η έκρηξη δεν έγινε απροειδοποίητα· θα πρέπει να προηγήθηκαν προειδοποιητικοί σεισμοί και έκλυση αερίων, που έδωσαν την ευκαιρία στους κατοίκους να εγκαταλείψουν το νησί.

Τα σπίτια ήταν κτισμένα με ακατέργαστες πέτρες, λάσπη και κατά διαστήματα ξυλοδεσιές. Εξωτερικά ήταν επιχρισμένα με κονίαμα, ενώ εσωτερικά διακοσμούνταν με εντυπωσιακές τοιχογραφίες (πασίγνωστες είναι οι τοιχογραφίες της Άνοιξης, των Πιθήκων, του Νέγρου, των Πυγμάχων και η τελευταία «τοιχογραφία της Λιβύης»). Αγγεία με νατουραλιστικές παραστάσεις, άλλα εισαγόμενα από την Κρήτη και άλλα ντόπια, συμπληρώνουν την εικόνα για τη ζωγραφική της εποχής. Οι κάτοικοι του νησιού ήταν γεωργοί (βρέθηκαν αγγεία με κόκκους κριθαριού, ψάθας και άλλων οσπρίων, σουσαμιού) και ψαράδες.

Οι έρευνες και οι ανασκαφές της δωρικής Θήρας οφείλονται στο Γερμανό αρχαιολόγο Χίλερ φον Γκέρτριγκεν (1895-1903). Η πόλη, αν και ανοχύρωτη, βρισκόταν στο απόκρημνο οροπέδιο του Μέσα Βουνού, στα ανατολικά του νησιού. Τα ερείπια της Θήρας καλύπτουν μια έκταση μήκους 800 μ. και πλάτους 150 μ. και ανήκουν κυρίως στην εποχή των Πτολεμαίων (300-145 π.Χ.) και στην παλαιοχριστιανική εποχή (4ος-5ος αι. μ.Χ.). Ενδιαφέρον παρουσιάζουν η ελληνιστική αγορά (μήκους 111 μ. και πλάτους 17-30 μ.), ένας ναός του Διονύσου, το θέατρο, λείψανα λουτρών ρωμαϊκής εποχής, το ιερό του Πτολεμαίου Γ', ο ναός του Κάρνειου Απόλλωνα και το γυμνάσιο των εφήβων. Κοντά στο ναό του Απόλλωνα οι κάτοικοι γιόρταζαν κάθε Σεπτέμβρη τα Κάρνεια, που ήταν βασικά χορός γυμνοπαιδιών.

Ενδιαφέρουσες (από επιγραφική αλλά και κοινωνιολογική άποψη) είναι οι χαραγμένες στους βράχους επιγραφές με ονόματα θεών αλλά και σπουδαίων χορευτών, συχνά με ερωτικό περιεχόμενο. Εντοπίστηκε ακόμα στο χώρο της αρχαίας Θήρας και ιερό αιγυπτιακών θεοτήτων (της Ίσιδας, του Άνουβη και του Σέραπη). Μια παλαιοχριστιανική βασιλική αφιερωμένη στον αρχάγγελο Μιχαήλ (4ος-5ος αι. μ.Χ.) βρίσκεται κάτω από το σημερινό εκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου.

Άλλες ενδιαφέρουσες αρχαιολογικές θέσεις του νησιού είναι η Οία, όπου βρισκόταν και το επίνειο της Θήρας, η Περίσσα, ένα δεύτερο επίνειο στη σημερινή ακτή του Μονόλιθου, και η Ελευσίνα, που δεν έχει ταυτιστεί γεωγραφικά. Στο ψηλότερο σημείο του νησιού βρίσκεται η μονή του προφήτη Ηλία, που αφιερώθηκε το 1711. Από το σημείο αυτό, σε ύψος 584 μ., μπορεί κανείς να δει ολόκληρο το νησί και με κατάλληλες συνθήκες ορατότητας την Κρήτη.

Στη σημερινή πρωτεύουσα του νησιού, τη Θήρα, υπάρχει ένα μικρό αρχαιολογικό μουσείο, με μια ενδιαφέρουσα συλλογή από γλυπτά και αγγεία, που προέρχονται κυρίως από ανασκαφές της Θήρας και των σημαντικών νεκροπόλεών της. Το νησί παρουσιάζει σημαντική τουριστική κίνηση, κυρίως το καλοκαίρι.
Πηγή:ΔΕΚΑ