ΗΡΑΚΛΗΣ

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑΣ-ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΥΡΗΝΙΚΟΥ ΟΛΕΘΡΟΥ-ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΝΑΓΚΑΣΑΚΙ-ΧΙΡΟΣΙΜΑ ΑΡΘΡΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΓΕΡΑΝΙΟ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΠΥΡΗΝΙΚΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ

Το παρακατω κειμενο είναι κομμάτι ενός άρθρου του κ. ΘΑΝΑΣΗ Κ. ΓΕΡΑΝΙΟΥ στην Ελευθεροτυπια στις 3/4/08. Ο κυριος Γερανίου είναι Αναπληρωτής καθηγητής του Τομέα Πυρηνικής Φυσικής και Στοιχειωδών Σωματιδίων του Πανεπιστημίου της Αθήνας.
Το αναδημοσιευω για να δείξω και τη γνώμη ενός ειδικου στο αντικειμενο
Ας δούμε, όμως, ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά που καθιστούν επικίνδυνη αλλά και οικονομικά ασύμφορη μια τέτοια επένδυση.
1. Σε κατάσταση ομαλής λειτουργίας, οι πυρηνικοί αντιδραστήρες εκπέμπουν ραδιενεργά αέρια που διαφεύγουν στην ατμόσφαιρα. Επίσημες καταγγελίες γερμανικών μη κυβερνητικών οργανώσεων έχουν διαπιστώσει επίπεδα ραδιενέργειας της ατμόσφαιρας κοντά σε πυρηνικούς αντιδραστήρες που ξεπερνούν τα καθορισμένα ανώτατα όρια (που και αυτά είναι πλασματικά και αμφισβητούνται και από τους ειδικούς).
2. Σε περίπτωση ατυχήματος, όπως εμπειρικά πια γνωρίζουμε, οι επιπτώσεις θα είναι ανυπολόγιστες και σε έκταση και σε διάρκεια. Οι επιπτώσεις από τη ραδιενέργεια αργούν μερικές δεκαετίες να φανούν.
3. Είναι λάθος να εκτιμά κανείς τον πυρηνικό κίνδυνο μόνο από τη λειτουργία του πυρηνικού του αντιδραστήρα. Ο πυρηνικός αντιδραστήρας είναι μόνον ένα κομμάτι της όλης εγκατάστασης.
4. Η λειτουργία του απαιτεί και έναν αριθμό πρόσθετων πυρηνικών μονάδων. Για παράδειγμα, η μονάδα εξόρυξης ουρανίου, η μονάδα καθαρισμού του ορυκτού και σύνθεσής του σε οξείδια του ουρανίου, η μονάδα εμπλουτισμού του, η μονάδα κατασκευής ράβδων καυσίμου, η μονάδα επεξεργασίας του καμένου πυρηνικού καυσίμου και η μονάδα προσωρινής φύλαξής του. Αυτές οι μονάδες ενέχουν επί πλέον κινδύνους που θα πρέπει να προστεθούν σε αυτούς των πυρηνικών αντιδραστήρων (Tokaimura της Ιαπωνίας, παράδειγμα ατυχήματος σε μονάδα επεξεργασίας πυρηνικού καυσίμου).
5. Το μεγαλύτερο και άλυτο πρόβλημα της πυρηνικής ενέργειας είναι η συσσώρευση των πυρηνικών αποβλήτων των αντιδραστήρων. Η ραδιενέργεια των χιλιάδων τόνων αυτού του πυρηνικού αποβλήτου είναι άκρως επικίνδυνη, έχει μεγάλη διάρκεια ζωής και η διαχείρισή του είναι άκρως δαπανηρή, σε σημείο που χώρες όπως η Βουλγαρία, μη διαθέτοντας τους αναγκαίους πόρους, να το συσσωρεύουν στις δεξαμενές αποβλήτων των πυρηνικών τους σταθμών σε σημείο κινδύνου διαρροής. Πρακτικά, σήμερα περισσότερο στοιχίζει η σωστή διαχείριση ενός κιλού πυρηνικού αποβλήτου απ' ό,τι η αγορά ενός κιλού φρέσκου καυσίμου ουρανίου. Το γεγονός του μεγάλου κόστους διαχείρισης έδωσε αφορμή για παράνομους τρόπους αντιμετώπισής του, όπως η καταβύθισή του σε θάλασσες με περίεργα ναυάγια (Μεσόγειος) ή η εναπόθεσή του σε χώρους χωρίς τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας.
Οι πυρηνικοί αντιδραστήρες γηράσκουν επικίνδυνα
6. Ενα σοβαρότατο και μακροπρόθεσμο πρόβλημα που δεν έχουμε ακόμη «ζήσει» τις συνέπειές του, είναι το γεγονός ότι κάθε πυρηνικός αντιδραστήρας έχει περιορισμένο χρόνο λειτουργίας τα 30 χρόνια. Μετά απ' αυτό το διάστημα, αντικειμενικά απαγορεύεται να λειτουργεί λόγω υπερβολικής ραδιενεργού ακτινοβολίας που ουσιαστικά τον μετατρέπει σε πυρηνικό απόβλητο. Επιβάλλεται να σταματήσει, να διαλυθεί και να γίνει πυρηνικό απόβλητο. Ήδη, πολλές δεκάδες σταθμοί έχουν κλείσει λόγω γήρατος και μελετάται η διάλυσή τους. Είναι πλέον πυρηνικά απόβλητα. Το κόστος διάλυσης ανά 1.000 μεγαβάτ ισχύος εκτιμάται σε 300 εκατομμύρια έως 2 δισ. δολάρια. Σήμερα, από τους περίπου 430 πυρηνικούς αντιδραστήρες οι μισοί θα φτάσουν στο γήρας τους σε 5-6 χρόνια και το πρόβλημα της διάλυσής τους θα διογκωθεί ακόμη περισσότερο λόγω αδυναμίας αποτελεσματικής λύσης.
7. Η λειτουργία ενός αντιδραστήρα προϋποθέτει μονάδα εμπλουτισμού. Αυτή παράγει σαν παραπροϊόν το γνωστό από τους πολέμους σε Ιράκ, Αφγανιστάν και Γιουγκοσλαβία, απεμπλουτισμένο ουράνιο, πρώτη ύλη κατασκευής ραδιενεργών όπλων. Μια άλλη, στρατιωτικού ενδιαφέροντος μονάδα, είναι η μονάδα επεξεργασίας του καμένου πυρηνικού καυσίμου, από το οποίο ανακτάται ποσότητα πλουτωνίου που έχει παραχθεί μέσα στον αντιδραστήρα κατά τη λειτουργία του. Και όπως είναι γνωστό, το πλουτώνιο αυτό με ειδική επεξεργασία μπορεί να αποτελέσει την πρώτη πυρηνική ύλη κατασκευής πυρηνικού όπλου.
Μύθος ότι οι πυρηνικοί αντιδραστήρες δεν συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου
8. Την ενέργεια που παράγουν οι πυρηνικοί αντιδραστήρες οι υποστηρικτές τους τη θεωρούν «καθαρή». Πίσω από το αόρατο της ραδιενέργειας αποκρύπτουν από την κοινωνία όλους τους κινδύνους. Η ραδιενέργεια δεν είναι αισθητή με κανένα ανθρώπινο όργανο. Και όταν γίνει αισθητή από κάποια επίπτωση στην υγεία, τότε είναι πλέον αργά. Παρ' ότι στο θέμα των χημικών ρύπων ο πυρηνικός αντιδραστήρας είναι σχεδόν αμέτοχος, στο φαινόμενο του θερμοκηπίου και στη θερμική μόλυνση της ατμόσφαιρας συμμετέχει και μάλιστα σημαντικά. Διότι, από τη συνολική παραγόμενη ισχύ του αντιδραστήρα, ένα μέρος μετατρέπεται σε ηλεκτρικό ρεύμα και δύο σε θερμότητα, που εκλύεται στο περιβάλλον. Αρα, η σχέση προσφερόμενης ενέργειας και θερμικής μόλυνσης του περιβάλλοντος είναι δυσανάλογα επιβαρυντική. Επίσης, όλες οι βοηθητικές μονάδες που απαιτούνται για τη λειτουργία του αντιδραστήρα επιβαρύνουν και αυτές θερμικά την ατμόσφαιρα.
9. Δεν πρέπει να λησμονούμε την επικινδυνότητα σαν στόχο τρομοκρατικών ενεργειών μιας πυρηνικής μονάδας με τόσο μεγάλη συγκέντρωση ενέργειας και ραδιενέργειας. Στο παρελθόν, είχαμε αρκετές περιπτώσεις αεροπειρατείας με εκβιασμούς που στηρίζονταν στην πτώση του αεροσκάφους πάνω σε πυρηνικούς σταθμούς. Ισως μια όμοια περίπτωση να ήταν και η πτώση του τέταρτου αεροσκάφους στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ κοντά στο πυρηνικό εργοστάσιο της πόλης Three Mile Island, η οποία καλύπτεται με μυστήριο ως προς τα γεγονότα.
10. Το επιχείρημα των υποστηρικτών της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας για το «μοντέλο» της Γαλλίας, η οποία στηρίζεται πάνω από 80% στην πυρηνική κιλοβατώρα, σαν παράδειγμα ασφαλούς χρήσης της κάθε άλλο παρά θετικό είναι αν μελετηθεί αντικειμενικά. Από το 1967 έχουν γίνει 20 μικρά ή μεγάλα πυρηνικά ατυχήματα που και θανατηφόρα ήταν και ραδιενεργές μολύνσεις έδωσαν. Σε εγκαταλειμμένο αντιδραστήρα στη Ν. Γαλλία (Rapsodie), σημειώθηκε έκρηξη στη δεξαμενή αποβλήτων του σταθμού, με αποτέλεσμα το θάνατο ενός και τον τραυματισμό τεσσάρων τεχνικών. Το ατύχημα αυτό έγινε στη διαδικασία αποσυναρμολόγησης του παλαιού αυτού σταθμού μεταξύ άλλων, που σταμάτησε τη λειτουργία του το 1981. Ακολούθησαν και άλλα ατυχήματα στους πυρηνικούς σταθμούς St. Laurent des Eaux, Cattenom, Fessenheim, Dampierre, Blayais κ.α. Εξι άλλοι γαλλικοί αντιδραστήρες έχουν βάλει λουκέτο σε τρεις αντίστοιχα πόλεις, Chinon, Marcoule και Monts d' Arree, και περιμένουν σαν πυρηνικά απόβλητα μια μη διαφαινόμενη λύση.
Ο πολυδιαφημιζόμενος γαλλικός αντιδραστήρας Superphenix έκλεισε το 1990 λόγω επικινδυνότητας πριν καλά καλά προλάβει να λειτουργήσει.
Και ας μη διαφεύγει την προσοχή μας ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία η Γαλλία, αναγκασμένη να σφραγίσει τους παλαιούς ακτινοβολούντες πυρηνικούς αντιδραστήρες, θα γίνει ένα νέο πυρηνικό «μοντέλο» πυρηνικών αποβλήτων αυτή τη φορά.
11.Τέλος, είναι επιστημονικό λάθος η σύγκριση πυρηνικών με συμβατικούς κινδύνους. Οι υποστηρικτές της πυρηνικής ενέργειας αναφέρονται στη στεγνή γλώσσα της στατιστικής για μεγαλύτερη πιθανότητα να συμβεί ένα θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα από το να συμβεί ένα πυρηνικό. Ομως, σε ένα θανατηφόρο συμβατικό ατύχημα το αποτέλεσμα είναι συγκεκριμένοι θάνατοι με συγκεκριμένη έκταση, διάρκεια και αποτέλεσμα της καταστροφής. Ο κύκλος του κλείνει αμέσως. Αντίθετα, σ' ένα πυρηνικό ατύχημα οι επιπτώσεις είναι ανυπολόγιστες. Θα απαιτηθούν αιώνες και πολλές γενεές, ώστε να συνυπολογιστούν τα αρνητικά αποτελέσματα και η έκταση και διάρκεια της πολλαπλής καταστροφής σε ανθρώπους, περιβάλλον, χλωρίδα, πανίδα με επιπτώσεις πλέον βαθιά κοινωνικές. Ο κύκλος του μόλις έχει ανοίξει.
Υπάρχουν λύσεις
Παραδείγματα αποδέσμευσης από την πυρηνική ενέργεια αποτελεί η Ιταλία, η οποία ύστερα από δημοψήφισμα έκλεισε όλα τα πυρηνικά της εργοστάσια πριν φτάσουν στην ηλικία γήρατος. Επιπλέον, διέκοψε την κατασκευή νέων αντιδραστήρων και ματαίωσε τα σχέδια μελλοντικών.
Η Ισπανία έχει αυξήσει κατά 225% τη χρήση του φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή και προγραμματίζει κάθε αντιδραστήρα που φτάνει στο όριο διάλυσης να αντικαθίσταται από συμβατικό φυσικό αέριο.
Η χώρα μας, κατ' εξοχήν χώρα με μεγάλη ηλιοφάνεια και ισχυρούς ανέμους και με πάρα πολλά νησιά, είναι μια ιδανική περίπτωση υιοθέτησης των ήπιων μορφών ενέργειας.
Είναι γεγονός ότι σήμερα τρίτες χώρες επιζητούν την εγκατάσταση πυρηνικών εργοστασίων για απόκτηση ισχύος στη διεθνή πολιτική σκηνή που τους παρέχει τη δυνατότητα κατασκευής ενός πυρηνικού όπλου. Το Σύμφωνο Μη Πυρηνικής Ανάπτυξης (μεταξύ άλλων απαγορεύει τη χρήση των πυρηνικών εργοστασίων και των προϊόντων τους για στρατιωτικούς σκοπούς) που έχουν υπογράψει, δεν αποτελεί δικλίδα ασφαλείας, γιατί είναι σκόπιμα ελαστικό με τα «παράθυρα» που αφήνει. Γιατί, το άρθρο 10 του Συμφώνου αυτού δίνει τη δυνατότητα σε κάθε χώρα-μέλος να αποσύρει την υπογραφή του, αν συντρέχουν λόγοι «εθνικής ανάγκης», αρκεί να το γνωστοποιήσει στα υπόλοιπα μέλη 3 μήνες πριν. Και τότε, παύει ο έλεγχος των πυρηνικών εγκαταστάσεων από τη Διεθνή Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας που έδωσε την άδεια λειτουργίας. Από το σταθμό αυτόν μπορεί ελεύθερα χωρίς έλεγχο πλέον να ανακτηθεί το πλουτώνιο που έχει παραχθεί, για χρήση στρατιωτικών σκοπών.
Δεν χάνει η επιστήμη από την κατάργηση των πυρηνικών αντιδραστήρων
Οι πυρηνικοί αντιδραστήρες έχουν πια ξεπεραστεί. Ηταν μια τεχνολογία που ολοκληρώθηκε πριν από πολλά χρόνια. Τώρα είναι καθαρά εμπορικό προϊόν. Η επιστήμη δεν έχει να μάθει ούτε να προσφέρει πια στην τεχνολογία της σχάσης. Η κατάργηση των αντιδραστήρων δεν συνεπάγεται κανένα επιστημονικό κόστος. Το μέγιστο της ωφέλειας που μπορεί να έχει μια κοινωνία από τη ραδιενέργεια, βρίσκεται στη διαγνωστική και θεραπευτική ιατρική, στην εγκληματολογία, στη συντήρηση έργων τέχνης, στη γεωργία, στη βιομηχανία, στον προσδιορισμό της ηλικίας αρχαίων ευρημάτων και στις «φωτογραφήσεις» τειχών με νετρόνια χωρίς την καταστροφή ούτε ενός μορίου ύλης.
Οι κοινωνίες πρέπει να ενημερωθούν αντικειμενικά. Πρέπει να ξεχωρίσουν τον επιστήμονα από τον τεχνοκράτη που έχουν εκ διαμέτρου αντίθετους σκοπούς και στόχους.
Οι επιστημονικές έρευνες πρέπει να έχουν μοναδικό στόχο τη βελτίωση της διαβίωσης της ανθρωπότητας και όχι τον πλουτισμό πολυεθνικών, τη στήριξη ηγετών, ούτε και τη δημιουργία γεωπολιτικών καταστάσεων μέσω της τεχνολογικής εφαρμογής τους.
www,e-write,gr


Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ -SANTORINI

Νησί στις Νότιες Κυκλάδες,με 11000 περίπου κόσμο, και πρωτεύουσα την Θήρα.Άνυδρο ξηρό νησί με πολύ λίγη βλάστηση.Παρά ταύτα,προσφέρεται για καλλιέργιες.Καλά αμπέλια,καλό κρασί,ντομάτα εύγευστη,και φημισμένη φάβα Σαντορίνης.Έχει επίσης πολύ καλό τυρί.Πηγή ανάσας, και πλούτου ο τουρισμός.Κατά το τέλος της τριτογενούς περιόδου,μέσα από κάποια ασβεστολιθικά ρήγματα,ξεκινούν οι ηφαιστιακές εκρήξεις.Μετά από συνεχείς εκρήξεις,το νησί παίρνει την τελική του μορφή,τον 16ο αιώνα πΧ.οπότε και η καταστροφή των Μινωικών ανακτόρων,η ερήμωση της Κρήτης.Τα παλιρροιακά κύματα φθάνουν μέχρι Παλαιστίνη και Αίγυπτο,σαρώνοντας στο πέρασμα τους τα πάντα.Ακολουθούν εκρήξεις μέχρι και το 1950,όπου μεταβάλλουν τον ήδη υπάρχοντα ηφαιστειακό όγκο.Το ηφαίστειο θεωρείται ενεργό,γιατί μέχρι και σήμερα υπάρχει δραστηριότητα ήπιας μορφής


Ο καθηγητής Σπύρος Μαρινάτος από το 1939 (περιοδικό «Antiquity») ήταν ο πρώτος που απέδωσε την καταστροφή των μινωικών ανακτόρων και γενικότερα την πρωτοφανή ερήμωση της Κρήτης σ’ αυτήν την καταστροφική έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης και όχι στην εισβολή των Αχαιών, όπως υπέθεταν οι ερευνητές του 19ου αιώνα. Ο Μαρινάτος και πολλοί ειδικοί επιστήμονες (Γαλανόπουλος, Μαρίνος κ.ά.) υπολόγισαν ότι τα παλιρροϊκά κύματα που ξεκίνησαν από τη Σαντορίνη, ύψους 200-250 μέτρων, σάρωσαν τεράστιες εκτάσεις μέχρι τη μακρινή Παλαιστίνη και την Αίγυπτο (που βρίσκονται σε απόσταση 900 χλμ.), στο έδαφος των οποίων έχει εντοπιστεί ηφαιστειακή τέφρα και διαπιστώθηκε ότι το ύψος των κυμάτων έφτασε τα 9 μ. Η «άνευ προηγουμένου» θεομηνία, κατά το Μαρινάτο, οδήγησε μερικούς ξένους και Έλληνες μελετητές να τη συνδέσουν με το γνωστό μύθο για την Ατλαντίδα, που αναφέρει ο Πλάτωνας στον «Τίμαιο» (24d-25d).

Σε κάθε περίπτωση, η Στρογγύλη καταβυθίστηκε για δεύτερη φορά, για να παραμείνουν από τον περιφερειακό δακτύλιό της η Θήρα, η Θηρασία και το Ασπρονήσι. Μια νέα όμως έκρηξη, που τοποθετείται στο 197 π.Χ., είχε ως αποτέλεσμα την ανάδυση στο χώρο της Καλδέρας ενός νέου νησιού, της Παλιάς Καμένης, ενώ νεότερες εκρήξεις, από το 1570 ως το 1950, δημιούργησαν τον ηφαιστειακό όγκο της Νέας Καμένης. Αρκετοί επιστήμονες, όπως ο Αμερικανός γεωλόγος Μακ Κόι θεωρούν ότι η Παλιά και η Νέα Καμένη θα μεγαλώνουν σε όγκο γιατί στα νησιά αυτά θα προστίθεται ηφαιστειακό υλικό, που συγκεντρώνεται από ηφαιστειακές διεργασίες. Οι ηφαιστειακές αυτές δραστηριότητες, αν και είναι ήπιες, καθιστούν το ηφαίστειο της Σαντορίνης ενεργό, πράγμα που ενισχύεται από τους κατά διαστήματα ισχυρούς σεισμούς που σημειώνονται στην περιοχή (ο τελευταίος, με αρκετά θύματα, έγινε στις 9 Ιουλίου 1956).

Το 1975 ο διάσημος Γάλλος εξερευνητής Ζακ Ιβ Κουστό ανέλαβε την εξερεύνηση του θαλάσσιου βυθού στα ανοιχτά της Σαντορίνης για τη συγκέντρωση στοιχείων σχετικά με τα βυθισμένα τμήματα του νησιού και τα πολιτιστικά στοιχεία των οικισμών που καταποντίστηκαν.

Ιστορία. Με τη μυθολογική ίδρυση της Θήρας ασχολούνται ο Απολλόδωρος («Αργοναυτικά») και ο Πίνδαρος («Δ' Πυθιονίκης»), συνδέοντάς τη με την Αργοναυτική εκστρατεία. Σύμφωνα με τον πρώτο, ο αργοναύτης Εύφημος, που ήταν γιος του Ποσειδώνα, καθώς οι σύντροφοί του και ο ίδιος γύριζαν από τη Λιβύη, όπου είχαν φιλοξενηθεί από το βασιλιά της Ευρύπυλο, άφησε από αβλεψία να του πέσει καταμεσής στο πέλαγος ένας σβόλος χώμα, δώρο πολύτιμο του Ευρύπυλου. Αμέσως από τα κύματα ξεπετάχτηκε το νησί Καλλίστη, που αργότερα ονομάστηκε Θήρα.

Ο αποικισμός της Θήρας από Σπαρτιάτες και Μινύες της Λακωνικής (οικιστής ο Θήρας, απ' όπου και το όνομα του νησιού) πρέπει να έγινε στο πρώτο μισό του 8ου αι. π.Χ. αι. Ωστόσο, έναν αιώνα περίπου αργότερα, οι Θηραίοι, εξαναγκασμένοι από μια πρωτοφανή έλλειψη σταριού εξαιτίας της ξηρασίας, έστειλαν αποίκους στη Λιβύη, όπου ίδρυσαν την Κυρήνη (Ηρόδοτος, IV, 151 κ.εξ.). Το γεγονός ότι οι Θηραίοι που θα αποίκιζαν την Κυρήνη ήταν πολύ λίγοι και σχεδόν εκδιώχτηκαν από την πατρίδα τους, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι την εποχή αυτή οι σχέσεις ανάμεσα στους Δωριείς και στους Μινύες κατοίκους του νησιού δεν ήταν καλές. Έτσι, το 631 π.Χ., κάποιος Θηραίος ευγενής, ο Αριστοτέλης ή Βάττος, ανέλαβε, σύμφωνα με το δελφικό χρησμό, την αρχηγία των οικιστών, που επιβιβάστηκαν σε δύο πεντηκόντορα πλοία και έφτασαν στη Λιβύη, όπου κι έκτισαν την Κυρήνη.

Στους περσικούς πολέμους η Θήρα δεν πήρε μέρος, ενώ αργότερα οι Αθηναίοι τούς επέβαλαν πρόστιμο. Στα πρώτα χρόνια του πελοποννησιακού πολέμου οι Θηραίοι ήταν σύμμαχοι των Σπαρτιατών, ενώ μετά το τέλος του απόκτησαν την ανεξαρτησία τους. Μετά το Χρεμωνίδειο πόλεμο (266-263 π.Χ.) η Θήρα έγινε σημαντική ναυτική βάση των Πτολεμαίων της Αιγύπτου, ενώ στα ρωμαϊκά χρόνια υπαγόταν στην επαρχία της Ασίας. Στα παλαιοχριστιανικά χρόνια στο νησί άκμαζε μια ανθηρή χριστιανική κοινότητα (στη σύνοδο της Νίκαιας, το 325, συμμετέχει και επίσκοπός της).

Στα χρόνια της φραγκοκρατίας και συγκεκριμένα στο 12ο αιώνα, αρχίζει να συναντάται, σποραδικά στην αρχή, το νέο όνομα του νησιού Σαντορίνη. Το όνομα προέρχεται από την ιταλική ονομασία της προστάτιδας του νησιού Αγίας Ειρήνης, δηλαδή Σάντα Ιρένε και με σύντμηση Σαντ’ Ιρένε. Ο πρώτος που χρησιμοποίησε το όνομα ήταν ο Άραβας γεωγράφος Αλ Ιντρίσι. Το νησί ανήκε στους Βενετούς κατά το μεγαλύτερο διάστημα, εκτός από μια περίοδο που κυβερνήτης της ήταν ο Τζιάκομο Μπαρότσι και οι απόγονοί του.

Στη διάρκεια του 15ου αι. το νησί ερημώθηκε από τις επιδρομές των πειρατών του Αιγαίου. Το 1470 οι κάτοικοί του ήταν μόλις 400. Το 1579 κυριεύτηκε από τους Τούρκους, και το 17ο αι. γνώρισε πρωτοφανή εμπορική και οικονομική ακμή, που στηριζόταν στα κρασιά και τα υφάσματά της. Για τη ζωή του νησιού στα μέσα του 17ου αι. μάς πληροφορεί ο Γάλλος Ιησουίτης Ρισάρ, που έμεινε κατάπληκτος από το υψηλό θρησκευτικό φρόνημα των κατοίκων της Σαντορίνης. Μετά την έκρηξη, ωστόσο, της Επανάστασης του 1821 οι ορθόδοξοι κάτοικοι του νησιού αναγκάζονται να υποκύψουν στην τουρκόφιλη πολιτική των λατινόφρονων προυχόντων του. Έτσι, η συμβολή της Σαντορίνης στον Αγώνα ήταν ασήμαντη και περιπτωσιακή.

Αρχαιολογία. Το νησί φαίνεται ότι κατοικήθηκε την 4η χιλιετία π.Χ. (Πρωτοκυκλαδική Εποχή). Όταν έγινε η μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου, ανάμεσα στα 1520-1500 π.Χ., οι 30.000 περίπου κάτοικοί του ευημερούσαν. Το πρόβλημα των αρχαιολόγων, που ενδιαφέρονται για τον πολιτισμό του νησιού πριν από την τρομακτική έκρηξη, είναι το παχύτατο στρώμα της τέφρας (ως και 60 μ.) που καλύπτει το φυσικό του έδαφος. Ωστόσο οι πρώτες έρευνες με αυτόν το στόχο χρονολογούνται από το 1866 (στη Θηρασία μια ομάδα ιδιωτών, αργότερα ο Γάλλος ηφαιστειολόγος Φ. Φουκέ, στο Ακρωτήρι ο Ρ. Ζαν).

Οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές της μινωικής Θήρας άρχισαν το 1967 με διευθυντή το Σπύρο Μαρινάτο και μετά το θάνατό του (1974) συνεχίστηκαν υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Χρήστου Ντούμα. Έτσι, στη θέση Ακρωτήρι, στα νότια του νησιού, έχει έρθει στο φως μια ολόκληρη συνοικία κάποιας πλούσιας μινωικής πόλης με διώροφα και τριώροφα σπίτια, λιθόστρωτους δρόμους, εργαστήρια, αποθήκες. Σκελετοί ανθρώπων δε βρέθηκαν. Φαίνεται πως η έκρηξη δεν έγινε απροειδοποίητα· θα πρέπει να προηγήθηκαν προειδοποιητικοί σεισμοί και έκλυση αερίων, που έδωσαν την ευκαιρία στους κατοίκους να εγκαταλείψουν το νησί.

Τα σπίτια ήταν κτισμένα με ακατέργαστες πέτρες, λάσπη και κατά διαστήματα ξυλοδεσιές. Εξωτερικά ήταν επιχρισμένα με κονίαμα, ενώ εσωτερικά διακοσμούνταν με εντυπωσιακές τοιχογραφίες (πασίγνωστες είναι οι τοιχογραφίες της Άνοιξης, των Πιθήκων, του Νέγρου, των Πυγμάχων και η τελευταία «τοιχογραφία της Λιβύης»). Αγγεία με νατουραλιστικές παραστάσεις, άλλα εισαγόμενα από την Κρήτη και άλλα ντόπια, συμπληρώνουν την εικόνα για τη ζωγραφική της εποχής. Οι κάτοικοι του νησιού ήταν γεωργοί (βρέθηκαν αγγεία με κόκκους κριθαριού, ψάθας και άλλων οσπρίων, σουσαμιού) και ψαράδες.

Οι έρευνες και οι ανασκαφές της δωρικής Θήρας οφείλονται στο Γερμανό αρχαιολόγο Χίλερ φον Γκέρτριγκεν (1895-1903). Η πόλη, αν και ανοχύρωτη, βρισκόταν στο απόκρημνο οροπέδιο του Μέσα Βουνού, στα ανατολικά του νησιού. Τα ερείπια της Θήρας καλύπτουν μια έκταση μήκους 800 μ. και πλάτους 150 μ. και ανήκουν κυρίως στην εποχή των Πτολεμαίων (300-145 π.Χ.) και στην παλαιοχριστιανική εποχή (4ος-5ος αι. μ.Χ.). Ενδιαφέρον παρουσιάζουν η ελληνιστική αγορά (μήκους 111 μ. και πλάτους 17-30 μ.), ένας ναός του Διονύσου, το θέατρο, λείψανα λουτρών ρωμαϊκής εποχής, το ιερό του Πτολεμαίου Γ', ο ναός του Κάρνειου Απόλλωνα και το γυμνάσιο των εφήβων. Κοντά στο ναό του Απόλλωνα οι κάτοικοι γιόρταζαν κάθε Σεπτέμβρη τα Κάρνεια, που ήταν βασικά χορός γυμνοπαιδιών.

Ενδιαφέρουσες (από επιγραφική αλλά και κοινωνιολογική άποψη) είναι οι χαραγμένες στους βράχους επιγραφές με ονόματα θεών αλλά και σπουδαίων χορευτών, συχνά με ερωτικό περιεχόμενο. Εντοπίστηκε ακόμα στο χώρο της αρχαίας Θήρας και ιερό αιγυπτιακών θεοτήτων (της Ίσιδας, του Άνουβη και του Σέραπη). Μια παλαιοχριστιανική βασιλική αφιερωμένη στον αρχάγγελο Μιχαήλ (4ος-5ος αι. μ.Χ.) βρίσκεται κάτω από το σημερινό εκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου.

Άλλες ενδιαφέρουσες αρχαιολογικές θέσεις του νησιού είναι η Οία, όπου βρισκόταν και το επίνειο της Θήρας, η Περίσσα, ένα δεύτερο επίνειο στη σημερινή ακτή του Μονόλιθου, και η Ελευσίνα, που δεν έχει ταυτιστεί γεωγραφικά. Στο ψηλότερο σημείο του νησιού βρίσκεται η μονή του προφήτη Ηλία, που αφιερώθηκε το 1711. Από το σημείο αυτό, σε ύψος 584 μ., μπορεί κανείς να δει ολόκληρο το νησί και με κατάλληλες συνθήκες ορατότητας την Κρήτη.

Στη σημερινή πρωτεύουσα του νησιού, τη Θήρα, υπάρχει ένα μικρό αρχαιολογικό μουσείο, με μια ενδιαφέρουσα συλλογή από γλυπτά και αγγεία, που προέρχονται κυρίως από ανασκαφές της Θήρας και των σημαντικών νεκροπόλεών της. Το νησί παρουσιάζει σημαντική τουριστική κίνηση, κυρίως το καλοκαίρι.
Πηγή:ΔΕΚΑ

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ Η ΝΥΦΗ ΤΟΥ ΘΕΡΜΑΙΚΟΥ- THESSALONIKI










ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: Πόλη της Μακεδονίας και πρωτεύουσα του νομού Θεσσαλονίκης.    Έχει 363.987 κατοίκους (περίπου 1.000.000 κάτ. σε ολόκληρο το πολεοδομικό συγκρότημα) και βρίσκεται στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου. Απλώνεται από τη θάλασσα ως τους γύρω λόφους, που είναι οι υπώρειες του Χορτιάτη (του Κισσού των αρχαίων).
Η Θεσσαλονίκη είναι το διοικητικό, οικονομικό, πνευματικό και συγκοινωνιακό κέντρο της Βόρειας Ελλάδας. Έτσι εμφανίζεται ως συμπρωτεύουσα και θεωρείται μια από τις πιο σημαντικές πόλεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Το λιμάνι της είναι ένα από τα σπουδαιότερα της περιοχής αυτής, περιλαμβάνει τη ζώνη ελεύθερου εμπορίου που λειτουργεί από το 1923. ΄Εχει εσωτερικό σιδηροδρομικό και οδικό δίκτυο, εγκαταστάσεις σιλό, ψυγείων, αποθηκευτικούς χώρους και συγχρονισμένες μηχανικές εγκαταστάσεις για φόρτωμα και ξεφόρτωμα των εμπορικών πλοίων.
Η Θεσσαλονίκη είναι το δεύτερο, μετά την Αθήνα, σημαντικότερο βιομηχανικό κέντρο της χώρας με διυλιστήρια πετρελαίου, τσιμεντοβιομηχανίες, χαλυβουργεία, αλευρόμυλους, κονσερβοποιίες, εργοστάσια και βιοτεχνίες ενδυμάτων, επεξεργασίας τροφίμων, χαρτιού κ.ά. Στη Θεσσαλονίκη πολλές ξένες χώρες διατηρούν διπλωματικές αντιπροσωπείες (γενικά προξενεία, υποπροξενεία, επίτιμους προξένους).
Η πόλη βρίσκεται στο σταυροδρόμι μεγάλων συγκοινωνιακών αρτηριών. Οι σιδηρόδρομοι τη συνδέουν με τα κύρια ευρωπαϊκά κέντρα και την Εγγύς Ανατολή. Το οδικό της δίκτυο τη συνδέει επίσης με την Ευρώπη. Το εσωτερικό σιδηροδρομικό και οδικό δίκτυο βρίσκεται και αυτό σε συνεχή ανάπτυξη και βελτίωση. Το αεροδρόμιο της πόλης είναι διεθνές.
Ο τουρισμός είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένος στη Θεσσαλονίκη. Θέλγητρα των επισκεπτών αποτελούν τα σημαντικά μουσεία της, τα ρωμαϊκά και βυζαντινά μνημεία, η ΔΕΘ, η ζωή την νύχτα,το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, οι εκδηλώσεις των Δημητρίων και άλλα.. 
Το πανεπιστήμιο της πόλης ιδρύθηκε το 1926. Στη Θεσσαλονίκη λειτουργούν επίσης δημόσιες και ιδιωτικές σχολές, πολυάριθμα πνευματικά και πολιτιστικά ιδρύματα, ξένες σχολές (γαλλική, γερμανική, αμερικανική, ιταλική, αγγλική) και άλλες.
Μνημεία - αξιοθέατα. Τα μνημεία της Θεσσαλονίκης και τα έργα τέχνης που έχουν βρεθεί και ανακαλύπτονται συνεχώς στις ανασκαφικές έρευνες, προέρχονται από όλες τις περιόδους της  ύπαρξης της πόλης. Και όλα μαρτυρούν ότι η μακεδονική μητρόπολη ήταν, σχεδόν από την ίδρυσή της, ένα μεγάλο οικονομικό, διοικητικό και πολιτιστικό κέντρο, με ξεχωριστή καλλιτεχνική ανάπτυξη.
Τα αρχαιότερα ευρήματα αποκαλύφθηκαν σε οικισμούς που υπήρχαν στην περιοχή από τα προϊστορικά χρόνια, πριν ακόμη ιδρυθεί η πόλη. Από τους πιο γνωστούς αυτούς ανασκαφικούς χώρους είναι η Τούμπα Θεσσαλονίκης, το Καραμπουρνάκι κ.ά. Πολλά είναι, επίσης, τα ευρήματα που χρονολογούνται στην ελληνιστική αρχαιότητα. Όλα αυτά είναι εκτεθειμένα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης.
Σημαντικά είναι τα ευρήματα της ρωμαϊκής αρχαιότητας, της περιόδου δηλαδή που η Θεσσαλονίκη άκμαζε. Ένας μεγάλος και ιδιαίτερα αξιόλογος χώρος της εποχής αυτής είναι η αρχαία Αγορά, που βρίσκεται στη σημερινή πλατεία Αρχαίας Αγοράς, στο κέντρο της τειχισμένης πόλης. Οι ανασκαφές έφεραν στο φως την κεντρική πλατεία με την περιμετρική στοά, ένα ωδείο, ένα δημόσιο λουτρό, μια υπόγεια («κρύπτη») στοά, ένα νομισματοκοπείο, καταστήματα και άλλα κτίσματα. Λίγο νοτιότερα από την Αγορά βρισκόταν η «Στοά των ειδώλων», οι ανάγλυφοι πεσσοί της οποίας μεταφέρθηκαν στα χρόνια της τουρκοκρατίας στο Λούβρο, όπου βρίσκονται και σήμερα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το «Γαλεριανό συγκρότημα» στο ανατολικό τμήμα της τειχισμένης πόλης, που οικοδομήθηκε στα τέλη του 3ου με αρχές του 4ου αιώνα από τον καίσαρα, τότε, Γαλέριο Μαξιμιανό. Τα σημαντικότερα κτίσματα του συγκροτήματος, που σώζονται σήμερα, είναι η ομάδα των ανακτορικών οικοδομημάτων, στη σημερινή πλατεία Ναβαρίνου, τα κτίσματα της οδού Δ. Γούναρη, η Αψίδα του Γαλερίου (η γνωστή Καμάρα), με τις ανάγλυφες παραστάσεις, και το επιβλητικό κυκλικό οικοδόμημα της Ροτόντας. Η Ροτόντα μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό στα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αιώνα και τότε κατασκευάστηκαν κα τα περίφημα ψηφιδωτά που κοσμούν τον τρούλο της.
Στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης βρίσκεται ένα πλήθος εκθεμάτων που προέρχονται από την πόλη και την περιοχή και χρονολογούνται από τα νεολιθικά χρόνια ως την ύστερη (ρωμαϊκή) αρχαιότητα.
Η Θεσσαλονίκη είχε οχυρωθεί αμέσως μετά την ίδρυσή της. Τμήματα της αρχαίας εκείνης οχύρωσης βρίσκονται ενσωματωμένα στο τείχος που σώζεται σήμερα και που θα πρέπει να κατασκευάστηκε στα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αιώνα. Το τείχος αυτό έζωνε την πόλη από όλες τις πλευρές και σχημάτιζε, με βάση τη θάλασσα, ένα ακανόνιστο τετράπλευρο, που κορυφωνόταν στο ψηλότερο σημείο με μια τριγωνική Ακρόπολη. Μέσα στο χώρο της Ακρόπολης υψώνεται το χωριστό οχύρωμα του Επταπυργίου.
Λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα κατεδαφίστηκε το παραλιακό τείχος, το μεγαλύτερο μέρος του ανατολικού και ένα μικρό τμήμα του δυτικού τείχους. Σήμερα το τμήμα που υπάρχει έχει μήκος 4 χιλιόμετρα,το μισό του αρχικού.
Το τείχος είχε πολλές ονομαστές πύλες στα πεδινά κυρίως μέρη (Πύλη της Ρώμης, Χρυσή Πύλη, Κασσανδρεωτική Πύλη, Ληταία Πύλη κ.ά.) που κατεδαφίστηκαν και αυτές. Μια επώνυμη πύλη, η Πύλη της Άννας Παλαιολογίνας, έχει διασωθεί ψηλά το σημείο που λέγεται Τριγώνιο, κοντά στην Ακρόπολη.
Υπήρχαν επίσης σε όλο το μήκος του τείχους πύργοι για την άμυνα, από τους οποίους σώζονται περίπου 60. Οι περισσότεροι είναι τριγωνικοί, κάποιοι είναι πολυγωνικοί και υπάρχουν και δύο στρογγυλοί, ο Πύργος του Τριγωνίου και ο Λευκός Πύργος, που είναι μεταγενέστερες κατασκευές (πιθανόν των αρχών του 16ου αιώνα). Ειδικά ο Λευκός Πύργος, που βρίσκεται στην παραλία της πόλης και έχει ύψος 34 μέτρα, είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μνημεία της Θεσσαλονίκης. Σήμερα, ανακαινισμένος από την αρχαιολογική υπηρεσία, χρησιμοποιείται ως εκθεσιακός χώρος.
Ιδιαίτερα αξιόλογοι είναι οι βυζαντινοί ναοί της Θεσσαλονίκης. Τα μνημεία αυτά, αντιπροσωπευτικά δείγματα όλων των τύπων της βυζαντινής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, είναι διακοσμημένα με σπουδαία έργα ψηφιδογραφίας και ζωγραφικής. Μια περιδιάβαση στις βυζαντινές εκκλησίες της πόλης, με τη χρονική σειρά που κατασκευάστηκαν, είναι ένας διαχρονικός περίπατος στη βυζαντινή τέχνη.
Τα παλιότερα σωζόμενα θρησκευτικά βυζαντινά ψηφιδωτά είναι, όπως αναφέρθηκε, τα ψηφιδωτά του τρούλου της Ροτόντας. Ο αρχαιότερος όμως βυζαντινός ναός, οικοδομημένος στο α’ μισό του 15ου αιώνα, είναι ο Άγιος Δημήτριος. Κατά τον αρχιτεκτονικό τύπο είναι πεντάκλιτη βασιλική και σώζονται ενδιαφέρουσες ψηφιδωτές συνθέσεις σε διάφορα σημεία του ναού. Της ίδιας περίπου εποχής είναι και ο ναός της Αχειροποιήτου. Κατά τον αρχιτεκτονικό τύπο είναι τρίκλιτη βασιλική. Στον Όσιο Δαβίδ, ένα μικρό ναό της ίδιας εποχής, που βρίσκεται στην Άνω Πόλη, σώζεται το ψηφιδωτό του ιερού, που έχει θέμα «Το όραμα του Ιεζεκιήλ».
Λίγο μεταγενέστερος, πιθανόν στις αρχές του 8ου αιώνα, είναι ο ναός της Αγίας Σοφίας. Αρχιτεκτονικά θεωρείται μεταβατικός τύπος από τη βασιλική με τρούλο στο σταυροειδή ναό με τρούλο. Στον τρούλο του υπάρχει ένα μεγάλο πολυπρόσωπο ψηφιδωτό της «Ανάληψης».
Από τους ναούς που ανήκουν αρχιτεκτονικά στον τύπο του σταυροειδούς με τρούλο, πρώτος χρονολογικά είναι ο ναός της Παναγίας Χαλκέων (11ος αι.), που έχει πλούσιο εξωτερικό κεραμοπλαστικό διάκοσμο. Εκτός από τον κεντρικό τρούλο, έχει άλλους δύο μικρότερους πάνω από το νάρθηκα. Ο Άγιος Παντελεήμονας (13ος αι.) έχει, εκτός από τον κεντρικό τρούλο, και έναν ακόμη πάνω από το νάρθηκα. Η Αγία Αικατερίνη (13ου αι.) είναι πεντάτρουλος ναός και έχει εξωτερικά κεραμοπλαστική διακόσμηση. Πεντάτρουλος είναι και ο ναός των Αγίων Αποστόλων (αρχές 14ου αι.). Είναι από τους ωραιότερους βυζαντινούς ναούς της Θεσσαλονίκης, με την κομψή του κατασκευή, την πλούσια εξωτερική κεραμοπλαστική διακόσμηση και τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα ψηφιδωτά που σώζονται στο εσωτερικό του.
Από τους άλλους βυζαντινούς ναούς της Θεσσαλονίκης είναι η μικρή βασιλική του Αγίου Νικολάου του Ορφανού, χτισμένη το 14ο αιώνα, με τη μοναδική σε ποιότητα και πλούτο ζωγραφική της διακόσμηση, τον Προφήτη Ηλία και τη Μονή Βλατάδων, στην Άνω Πόλη.
Στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού υπάρχουν οργανωμένα σε μεγάλες θεματικές και χρονολογικές ενότητες ευρήματα της βυζαντινής περιόδου από τη Θεσσαλονίκη αλλά και από τον ευρύτερο χώρο.
Από τους μεταβυζαντινούς ναούς της πόλης, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι οικοδομημένοι σε θέσεις παλαιότερων βυζαντινών μνημείων, ξεχωρίζουν ο Άγιος Μηνάς, η Νέα ή Μεγάλη Παναγία, ο Άγιος Αθανάσιος, η Υπαπαντή, και ο νεότερος ναός του Γρηγορίου Παλαμά, που είναι και ο μητροπολιτικός ναός της πόλης.
Υπάρχουν ακόμη στη Θεσσαλονίκη μνημεία της μουσουλμανικής αρχιτεκτονικής, κατάλοιπα της τουρκοκρατίας, όπως το Χαμζά Μπέη τζαμί, το Αλατζά Ιμαρέτ τζαμί, το Μπέη Χαμάμ, γνωστό ως λουτρά «Παράδεισος», η αγορά Μπεζεστένι κ.ά.
Από τα νεότερα μνημεία της πόλης θα πρέπει να αναφερθούν τα νεοκλασικά κτίσματα, ιδιωτικά (επαύλεις στον ανατολικό τομέα) ή δημόσια, όπως το κτίριο της παλιάς Φιλοσοφικής Σχολής, το «Διοικητήριο», το «Παπάφειο», το κτίριο του Τελωνείου κ.ά.
Θα πρέπει ακόμη να αναφερθεί η μοναδική σύνθεση της μνημειακής οδού Αριστοτέλους και της ομώνυμης μεγάλης πλατείας που καταλήγει στη θάλασσα. Χαρακτηριστικό σημείο της πόλης είναι και η Νέα Παραλία, που αρχίζει από το Λευκό Πύργο και καταλήγει στο Μέγαρο Μουσικής. Τέλος, υπάρχουν κομμάτια της πόλης που έχουν διατηρήσει την παραδοσιακή τους μορφή, όπως είναι τμήματα της Άνω Πόλης, τα «Λαδάδικα», η πλατεία Άθωνος κ.ά.
Ιστορία. Η Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε το 315 π.Χ. από τον Κάσσανδρο, κυρίαρχο τότε και βασιλιά, στη συνέχεια, της Μακεδονίας. Ο αρχικός πληθυσμός της σχηματίστηκε με «συνοικισμό», δηλαδή με τη μεταφορά κατοίκων από τους γύρω οικισμούς. Στη νέα πόλη ο Κάσσανδρος έδωσε το όνομα της γυναίκας του Θεσσαλονίκης, που ήταν ετεροθαλής αδερφή του Μ. Αλεξάνδρου. Η επίκαιρη γεωπολιτική θέση της Θεσσαλονίκης συντέλεσε, ώστε γρήγορα να εξελιχθεί σε σημαντική πόλη και αξιόλογο λιμάνι.
Μετά την υποταγή του Μακεδονικού κράτους στους Ρωμαίους, η Θεσσαλονίκη έγινε πρωτεύουσα της ρωμαϊκής «Επαρχίας της Μακεδονίας». Η ανάπτυξή της συνεχίστηκε και στα χρόνια της ρωμαιοκρατίας και σε αυτό συνέβαλε και η κατασκευή της Εγνατίας οδού (146-120 π.Χ.), που περνούσε λίγο έξω από την πόλη. Το 50 ή το 54 μ.Χ. την επισκέφτηκε ο απόστολος Παύλος και μίλησε στη συναγωγή της μικρής εβραϊκής κοινότητας, η οποία είχε σχηματιστεί στην πόλη από τον 3ο αι. π.Χ.
Εποχή μεγάλης οικονομικής και πολιτιστικής ακμής ήταν για τη Θεσσαλονίκη ο 3ος αι. Τότε θα πρέπει να ολοκληρώθηκε και η οικοδόμηση της αρχαίας Αγοράς. Την ίδια περίοδο αποκρούστηκαν δύο επιδρομές Γότθων (235 και 269). Στο τέλος του 3ου ή στις αρχές του 4ου αιώνα ο καίσαρας Γαλέριος οικοδόμησε στην πόλη το «Γαλεριανό συγκρότημα», το 303 ή 304 εκτελέστηκε στη φυλακή ο άγιος Δημήτριος και το 323-324 ο αυτοκράτορας Μ. Κωνσταντίνος κατασκεύασε ένα μεγάλο τεχνητό λιμάνι, το γνωστό ως «λιμάνι του Κωνσταντίνου».
Το 390 οι Θεσσαλονικείς εξεγέρθηκαν εναντίον της γοτθικής φρουράς της πόλης και την εξόντωσαν. Για να τους τιμωρήσει ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’, διέταξε τη σφαγή 7.000 πολιτών μέσα στον Ιππόδρομο. Την ίδια περίοδο, τέλη 4ου με αρχές 5ου αι., ανοικοδομήθηκε και το κύριο σώμα των τειχών της πόλης.
Τον 6ο και τον 7ο αιώνα η Θεσσαλονίκη αντιμετώπισε με επιτυχία πολλές επιθέσεις και πολιορκίες από Αβάρους και Σλάβους. Το 904 Σαρακηνοί πειρατές κατέλαβαν και λεηλάτησαν την πόλη και πήραν μαζί τους 22.000 αιχμαλώτους, οι περισσότεροι από τους οποίους πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.
Τον 11ο αιώνα η Θεσσαλονίκη απέκρουσε βουλγαρικές επιδρομές. Τον Αύγουστο του 1185, όμως, κατέλαβαν την πόλη οι Νορμανδοί και έμειναν εδώ περίπου τρεις μήνες. Οι μήνες της νορμανδικής κατοχής ήταν μια περίοδος σκληρής δοκιμασίας για τους Θεσσαλονικείς.
Το 1204 η Θεσσαλονίκη έγινε για ένα διάστημα πρωτεύουσα του φραγκικού «Βασιλείου της Θεσσαλονίκης». Το 1224 κατέλαβε την πόλη ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Δούκας Κομνηνός και την έκανε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους που δημιούργησε. Το 1246 πέρασε στην κυριαρχία του αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Β’ Βατάτζη και το 1261 εντάχθηκε και πάλι στη Βυζαντινή αυτοκρατορία.
Ο 14ος αιώνας ήταν για τη Θεσσαλονίκη, από πολιτιστική άποψη, ο «χρυσός αιώνας», καθώς αξιόλογες πνευματικές προσωπικότητες έζησαν και δημιούργησαν τα χρόνια αυτά και κατασκευάστηκαν μερικά από τα ωραιότερα βυζαντινά μνημεία της. Παράλληλα όμως είχαν οξυνθεί και οι κοινωνικές αντιθέσεις και το 1342 ξέσπασε στην πόλη το λαϊκό κίνημα των «Ζηλωτών», που στρεφόταν εναντίον των ευγενών. Οι Ζηλωτές επικράτησαν και διοίκησαν την πόλη ως το 1349, όταν ο αυτοκρατορικός διοικητής Αλέξιος Μετοχίτης τους ανέτρεψε.
Ήδη όμως είχε εμφανιστεί ο κίνδυνος των Τούρκων. Το 1383 πολιόρκησαν τη Θεσσαλονίκη και, όταν πια δεν υπήρχε ελπίδα για βοήθεια, οι Θεσσαλονικείς παρέδωσαν το 1387 με όρους την πόλη. Η πρώτη αυτή τουρκοκρατία, που είχε ήπια μορφή, κράτησε ως το 1403. Τότε, μετά την ήττα τους από τους Μογγόλους στη μάχη της Άγκυρας, οι Τούρκοι αποδυναμωμένοι αναγκάστηκαν να αποδώσουν την πόλη στους Βυζαντινούς. Γρήγορα ωστόσο έγιναν και πάλι επικίνδυνοι. Το 1423 ο αυτοκρατορικός διοικητής Ανδρόνικος Παλαιολόγος παρέδωσε τη Θεσσαλονίκη στους Βενετούς, για να αναλάβουν αυτοί την άμυνά της. Άρχισε έτσι μια σύντομη περίοδος βενετοκρατίας (1423-1430).
Στα επτά χρόνια που έμειναν οι Βενετοί στην πόλη δεν έκαναν πολλά πράγματα για να ενισχύσουν την άμυνά της. Οι πολίτες, προβλέποντας ότι θα έπεφτε τελικά στα χέρια των Τούρκων, την εγκατέλειπαν για να σωθούν. Έτσι, σε ιδιαίτερα κρίσιμες στιγμές, η Θεσσαλονίκη έχανε τους πραγματικούς υπερασπιστές της.
Στις 27 Μαρτίου του 1430 ένας πολυάριθμος και καλά εξοπλισμένος τουρκικός στρατός, με επικεφαλής τον ίδιο το σουλτάνο Μουράτ Β’, εμφανίστηκε έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης και άρχισε να την πολιορκεί. Οι λίγοι υπερασπιστές αντιστάθηκαν όσο μπορούσαν, αλλά την τρίτη μέρα της πολιορκίας, 29 Μαρτίου 1430, οι Τούρκοι δημιούργησαν ρήγμα σε κάποιο σημείο του τείχους, μπήκαν μέσα και κατέλαβαν την πόλη. Άρχιζε έτσι η μακροχρόνια περίοδος της τουρκοκρατίας.
Για την πληθυσμιακή αποκατάσταση της σχεδόν ερημωμένης Θεσσαλονίκης φρόντισε ο ίδιος ο πορθητής σουλτάνος Μουράτ Β’, που μετέφερε και εγκατέστησε στην πόλη Τούρκους από διάφορες περιοχές. Παράλληλα, άρχισαν σιγά σιγά να επιστρέφουν και πολλοί Έλληνες κάτοικοί της, που την είχαν εγκαταλείψει. Απότομη όμως αύξηση του πληθυσμού σημειώθηκε στα τέλη του 15ου με αρχές του 16ου αιώνα, όταν έφτασαν και εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη χιλιάδες Εβραίοι, διωγμένοι από την Ισπανία και από άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Έτσι, σχηματίστηκαν οι τρεις εθνικοθρησκευτικές κοινότητες που συναποτέλεσαν από τότε τον πληθυσμό της Θεσσαλονίκης: οι Έλληνες, οι Εβραίοι και οι Τούρκοι. Αυτός ο πολυεθνικός χαρακτήρας της πόλης διατηρήθηκε ως τις αρχές του 20ού αιώνα.
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας οι Θεσσαλονικείς υπέφεραν συχνά από επιδημίες, ενώ πολλές φορές συγκλόνισαν την πόλη και προκάλεσαν καταστροφές ισχυροί σεισμοί. Ωστόσο, το 17ο και κυρίως το 18ο αιώνα το εμπόριο και η οικονομία της πόλης σημείωσαν σημαντική ανάπτυξη. Αυτό προσέλκυσε και πολλούς Δυτικοευρωπαίους, που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο δυτικό τμήμα της Θεσσαλονίκης, στην περιοχή που ονομάστηκε γι’ αυτό το λόγο «Φραγκομαχαλάς».
Το 1821, όταν ξέσπασε η μεγάλη ελληνική Επανάσταση, οι τουρκικές αρχές εξαπέλυσαν διωγμό κατά της ελληνικής κοινότητας της πόλης. Πολλά εξέχοντα μέλη της αλλά και πολλοί απλοί πολίτες θανατώθηκαν τότε. Στα 1835, όταν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είχαν αποκατασταθεί, ιδρύθηκε στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη ελληνικό προξενείο.
Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ήταν μια περίοδος σημαντικών μεταβολών για την πόλη, καθώς οι τουρκικές αρχές θέλησαν να της δώσουν ένα «ευρωπαϊκό πρόσωπο». Ανάμεσα στα άλλα, κατεδαφίστηκε το παραλιακό τείχος και κατασκευάστηκε προκυμαία, οικοδομήθηκαν μεγάλα δημόσια «νεοκλασικά» κτίρια, η πόλη επεκτάθηκε έξω από τα τείχη, κυρίως προς τα ανατολικά (συνοικία «Εξοχών»), συνδέθηκε σιδηροδρομικά με τη Δυτική Ευρώπη, απέκτησε τα πρώτα τραμ καθώς και φωτισμό με φωταέριο. Ο πληθυσμός της πλησίασε τους 120.000 κατοίκους.
Στην προσπάθεια του εκσυγχρονισμού που επιχειρήθηκε τότε γενικά στην Οθωμανική αυτοκρατορία αντέδρασαν έντονα οι συντηρητικές δυνάμεις των φανατικών μουσουλμάνων. Στη Θεσσαλονίκη, το Μάιο του 1876, ξεσηκώθηκε, με μια ασήμαντη αφορμή, ο τουρκικός όχλος, που κατακρεούργησε τους προξένους της Γαλλίας και της Γερμανίας, όταν επιχείρησαν να παρέμβουν κατευναστικά. Τα αιματηρά αυτά γεγονότα είναι γνωστά ως «σφαγή των προξένων».
Ήδη, από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα είχε αρχίσει στην τουρκοκρατούμενη ακόμη Μακεδονία ένας έντονος εθνολογικός ανταγωνισμός που οξύνθηκε περισσότερο στις αρχές του 20ού αιώνα και εξελίχθηκε σε ανοιχτή αναμέτρηση, κυρίως ανάμεσα σε Έλληνες και Βουλγάρους, που είναι γνωστή ως «Μακεδονικός αγώνας» (1904-1908). Η Θεσσαλονίκη βρέθηκε στην καρδιά αυτής της αναμέτρησης και το ελληνικό προξενείο της αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά κέντρα του αγώνα.
Τον Ιούλιο του 1908 εκδηλώθηκε και επικράτησε στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας το κίνημα των Νεοτούρκων. Το κίνημα, καθώς δημιούργησε στην αρχή απατηλές ελπίδες για χειραφέτηση των υπόδουλων εθνοτήτων, σημείωσε και το τέλος του Μακεδονικού αγώνα. Τον Ιούλιο του 1909, ιδρύθηκε στην πόλη η «Εργατική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία», η γνωστή «Φεντερασιόν».
Ήδη όμως πλησίαζε για τη Θεσσαλονίκη η ώρα της απελευθέρωσης. Τον Οκτώβριο του 1912 κηρύχτηκε ο α’ βαλκανικός πόλεμος και ο ελληνικός στρατός έφτασε προελαύνοντας έξω από τη Θεσσαλονίκη. Για να αποφύγει μια άσκοπη αιματοχυσία, ο Τούρκος διοικητής Ταξίν πασάς παρέδωσε την πόλη με πρωτόκολλο που υπογράφτηκε αργά τη νύχτα της 26ης Οκτωβρίου 1912. Η τουρκοκρατία, που για τη Θεσσαλονίκη είχε διαρκέσει 5 αιώνες, είχε λήξει οριστικά.
Στις 5 Μαρτίου 1913 δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη ο βασιλιάς Γεώργιος Α’, που είχε εγκατασταθεί εδώ αμέσως σχεδόν μετά την απελευθέρωση της πόλης. Ήταν μια πολιτική, προφανώς, δολοφονία, που έμεινε τελικά ανεξιχνίαστη. Τον Απρίλιο του 1913 έγινε απογραφή του πληθυσμού της πόλης, που βρέθηκε να έχει 157.889 κατοίκους.
Τον Ιούνιο του 1913 άρχισε ο β’ βαλκανικός πόλεμος, στον οποίο Ελλάδα και Σερβία αναμετρήθηκαν με τη Βουλγαρία. Στη Θεσσαλονίκη βρίσκονταν στρατωνισμένα, ως φιλοξενούμενα των ελληνικών αρχών, βουλγαρικά στρατιωτικά τμήματα από την εποχή του α’ βαλκανικού πολέμου. Τα τμήματα αυτά, ύστερα από ολονύχτιες συγκρούσεις που έγιναν μέσα στην πόλη στις 17-18 Ιουνίου του 1913 με ελληνικές μονάδες, υποχρεώθηκαν να παραδοθούν. Ο β’ βαλκανικός πόλεμος έληξε με ήττα της Βουλγαρίας. Και με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου που ακολούθησε (Αύγουστος 1913) επικυρώθηκε η ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης, όπως και της νότιας Μακεδονίας στην Ελλάδα.
Τον Οκτώβριο του 1915, στη διάρκεια του α’ παγκόσμιου πολέμου, αγγλογαλλικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη. Η πόλη έγινε το κέντρο του «Μακεδονικού μετώπου», όπου συγκεντρώθηκαν τελικά περίπου 500.000 μαχητές του συνασπισμού της Αντάντ.
Την περίοδο αυτή η διαφωνία ανάμεσα στο βασιλιά Κωνσταντίνο και τον πρωθυπουργό Βενιζέλο, ο γνωστός «διχασμός», εξελίχθηκε σε ανοιχτή αναμέτρηση. Στις 17 Αυγούστου του 1916 εκδηλώθηκε και επικράτησε στη Θεσσαλονίκη, το φιλοβενιζελικό και φιλανταντικό κίνημα της «Εθνικής άμυνας» και λίγο αργότερα, στις 26 Σεπτεμβρίου, έφτασε στην πόλη ο Βενιζέλος και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση. Από το έργο της κυβέρνησης αυτής, εκτός από τη μέριμνα για τη συγκρότηση στρατού που θα πολεμούσε στο πλευρό της Αντάντ, αξίζει να αναφερθεί το διάταγμα που καθιέρωνε για πρώτη φορά τη χρήση της δημοτικής γλώσσας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση.
Η προσωρινή κυβέρνηση διατηρήθηκε ως τον Ιούνιο του 1917, όταν μετά την έξωση του Κωνσταντίνου, ο Βενιζέλος κατέβηκε στην Αθήνα και σχημάτισε κανονική κυβέρνηση όλης της χώρας, που ενοποιήθηκε και πάλι.
Εκείνο το καλοκαίρι, στις 5 Αυγούστου του 1917, ξέσπασε στη Θεσσαλονίκη μια καταστροφική πυρκαγιά, που μετέτρεψε σε ερείπια το μεγαλύτερο τμήμα του κέντρου της πόλης και άφησε 73.000 άστεγους. Αμέσως μια διεθνής επιτροπή ειδικών εκπόνησε ένα λαμπρό σχέδιο για την οικοδόμηση της καμένης περιοχής (σχέδιο Εμπράρ), που αλλοιώθηκε όμως πολλές φορές, για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα οικοπεδούχων και για μικροπολιτικούς λόγους.
Μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, έφτασαν και εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη περίπου 90.000 πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, ενώ την εγκατέλειψαν οι Τούρκοι κάτοικοί της. Έτσι, έλειψε μία από τις τρεις μεγάλες εθνότητες του πληθυσμού της πόλης. Τον Οκτώβριο του 1926 άρχισε να λειτουργεί το πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, με πρώτη σχολή τη Φιλοσοφική, και άνοιξε τις πύλες της και η πρώτη Διεθνής Έκθεση. Το Μάιο του 1936, στη διάρκεια μεγάλων απεργιακών κινητοποιήσεων, έγιναν αιματηρές συγκρούσεις στην πόλη ανάμεσα σε απεργούς διαδηλωτές και στην αστυνομία. Τα θύματα των συγκρούσεων αυτών ήταν 12 νεκροί και πάνω από 200 τραυματίες, όλοι διαδηλωτές. Τα γεγονότα αυτά είναι γνωστά ως «Μάης του ’36».
Στα χρόνια του β΄ παγκόσμιου πολέμου ο γερμανικός στρατός κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου 1941. Η πόλη γνώρισε έτσι την εχθρική κατοχή, στη διάρκεια της οποίας δοκιμάστηκε σκληρά από την πείνα, που έστειλε πολλούς πολίτες στο θάνατο, ενώ ήταν συχνές οι εκτελέσεις πατριωτών από τους κατακτητές. Από τα πιο δραματικά γεγονότα της περιόδου της κατοχής ήταν και η εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Το Μάρτιο του 1943 χιλιάδες αθώοι άνθρωποι, άντρες, γυναίκες και παιδιά (περίπου 45.000) οδηγήθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και θανατώθηκαν. Και με τον απάνθρωπο αυτό τρόπο χάθηκε και η άλλη μεγάλη εθνότητα της πόλης.
Τα γερμανικά στρατεύματα εγκατέλειψαν τη Θεσσαλονίκη στις 29 Οκτωβρίου του 1944 και η πόλη ελευθερώθηκε. Ακολούθησαν τα ταραγμένα χρόνια του εμφύλιου πολέμου, στη διάρκεια του οποίου συγκεντρώθηκαν στην πόλη χιλιάδες κάτοικοι της υπαίθρου, που έζησαν κάτω από άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Ένα σύμπτωμα της ανώμαλης πολιτικής κατάστασης που συνεχίστηκε ήταν και η δολοφονία στη Θεσσαλονίκη, στις 22 Μαΐου του 1963, του βουλευτή της Αριστεράς και στελέχους του κινήματος ειρήνης Γρηγόρη Λαμπράκη, από μέλη παρακρατικής οργάνωσης. Ακολούθησε η επτάχρονη δικτατορία (1967-1974), στη διάρκεια της οποίας αναπτύχθηκε στην πόλη έντονη αντιδικτατορική δραστηριότητα.
Στις 20 Ιουνίου του 1978 η Θεσσαλονίκη δοκιμάστηκε από έναν πολύ ισχυρό σεισμό μεγέθους 6,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, που προκάλεσε ζημίες σε κτίρια και μνημεία, ενώ υπήρξαν και 39 νεκροί από την κατάρρευση μιας πολυκατοικίας.
Οι Θεσσαλονικείς συνήλθαν γρήγορα από το πλήγμα του σεισμού και η ανάπτυξη της πόλης συνεχίστηκε με επιταχυνόμενους ρυθμούς, ενώ οι πολιτικές μεταβολές στο χώρο της Βαλκανικής της άνοιξαν νέους ορίζοντες και προοπτικές. Το 1997 η Θεσσαλονίκη εκλέχτηκε πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης και ανταποκρίθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία στην αποστολή της αυτή.
Το 2004, κατά τους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας, η Θεσσαλονίκη ήταν μία από τις ολυμπιακές πόλεις.
Πηγή:ΔΕΛΤΑ















Οι photo είναι από wooz.gr   και  travbuddy.com


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ Η ΝΥΦΗ ΤΟΥ ΘΕΡΜΑΙΚΟΥ THESSALONIKI